Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

Ολοταχώς για το….2021: Επιστροφή σε «εποχές Covid», αλλά…με άδεια ταμεία


Νατάσα Στασινού • nstasinou@naftemporiki.gr

Η πανδημία επιστρέφει στους δημοσιονομικούς λογαριασμούς – όχι ως υγειονομική κρίση, αλλά ως μέτρο σύγκρισης για το μέγεθος του προβλήματος.

Οι ανεπτυγμένες οικονομίες οδεύουν προς τα μεγαλύτερα ελλείμματα από το 2021, όταν ο κόσμος βρισκόταν ακόμη υπό το βάρος των lockdowns και οι κυβερνήσεις δαπανούσαν χωρίς προηγούμενο για να κρατήσουν όρθιες επιχειρήσεις, θέσεις εργασίας και εισοδήματα.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ότι ο καθαρός δανεισμός των ανεπτυγμένων οικονομιών θα ανέλθει στο 5,2% του ΑΕΠ το 2026. Για τις ΗΠΑ και την Κίνα, τα ελλείμματα αναμένεται να φθάσουν ή και να ξεπεράσουν το 8% του ΑΕΠ. Την ίδια ώρα, το παγκόσμιο δημόσιο χρέος πλησιάζει το 94% του ΑΕΠ και απειλεί να αγγίξει το 100% έως το τέλος της δεκαετίας.

Η σύγκριση με την πανδημία, ωστόσο, φωτίζει κυρίως μια κρίσιμη διαφορά: οι κυβερνήσεις καλούνται ξανά να απορροφήσουν ισχυρούς κραδασμούς, αλλά διαθέτουν πολύ μικρότερα αποθέματα για να το κάνουν. Το νέο ενεργειακό σοκ, που συνδέεται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, προστίθεται στις αμυντικές και επενδυτικές ανάγκες, στα υψηλότερα επιτόκια και σε έναν ήδη βαρύ λογαριασμό τόκων.
Ίδιο μέγεθος ελλείμματος, διαφορετική αφετηρία

Η εικόνα στην Ευρωζώνη δείχνει γιατί οι αριθμοί από μόνοι τους δεν αρκούν. Πριν από την ενεργειακή κρίση του 2022, το δημοσιονομικό έλλειμμα εκτιμάτο στο 3,2% του ΑΕΠ. Πριν από το νέο σοκ του 2026, η αντίστοιχη πρόβλεψη ήταν 3,3%. Σχεδόν ίδια αφετηρία, αλλά πολύ διαφορετικές συνθήκες.

Το 2022, η ανάκαμψη μετά την Covid τροφοδοτούσε τη ζήτηση και ενίσχυε τα κρατικά έσοδα. Παράλληλα, η απόσυρση μέρους των μέτρων πανδημικής στήριξης άφηνε δημοσιονομικό χώρο για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης. Σήμερα, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το δομικό έλλειμμα είναι υψηλότερο, ενώ η ανάπτυξη δεν στηρίζεται στην ίδια μεταπανδημική ώθηση. Και το κόστος αναχρηματοδότησης του χρέους έχει αυξηθεί αισθητά.

Η ΕΚΤ εκτιμά ότι η νέα στήριξη που έχουν εγκρίνει οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης για το ενεργειακό σοκ αντιστοιχεί μέχρι στιγμής περίπου στο 0,1% του ΑΕΠ. Το περιορισμένο μέγεθος δεν σημαίνει ότι οι πιέσεις είναι αμελητέες. Δείχνει πόσο πιο προσεκτικά κινούνται οι κυβερνήσεις, έχοντας στη μνήμη τους και το κόστος των εκτεταμένων μέτρων του 2022 και του 2023.
Το κόστος της ανακούφισης

Η πολιτική πίεση για στήριξη είναι άμεση: οι υψηλότερες τιμές ενέργειας περνούν στους λογαριασμούς, στις μεταφορές και στο κόστος των επιχειρήσεων. Η δημοσιονομική απάντηση, όμως, μπορεί να γίνει μέρος του προβλήματος εάν στηρίζεται σε οριζόντιες επιδοτήσεις και φορολογικές ελαφρύνσεις χωρίς σαφή στόχο και ημερομηνία λήξης.

Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι τέτοια μέτρα μπορεί να παραταθούν, να γίνουν μόνιμα και να περιορίσουν ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα αντίδρασης σε μια επόμενη κρίση. Η σύστασή του είναι να προστατευθούν οι ευάλωτοι πολίτες και οι επιχειρήσεις που πλήττονται περισσότερο, αντί να επιδοτούνται αδιακρίτως οι τιμές και η κατανάλωση.
Οι αγορές μετρούν το περιθώριο

Την ίδια στιγμή, το κόστος του δημόσιου δανεισμού ανεβαίνει. Οι αποδόσεις των ομολόγων αυξάνονται καθώς οι επενδυτές αξιολογούν το ύψος των ελλειμμάτων, τον πληθωρισμό και τις ανάγκες χρηματοδότησης των κρατών. Όσο ακριβότερα δανείζεται μια κυβέρνηση, τόσο μεγαλύτερο μέρος των εσόδων της κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους – και τόσο λιγότερος χώρος απομένει για νέες παρεμβάσεις.

Έτσι, η προειδοποίηση του ΔΝΤ δεν αφορά μόνο την επιστροφή των ελλειμμάτων σε μεγέθη που θυμίζουν την πανδημία. Αφορά το ενδεχόμενο οι κυβερνήσεις να βρεθούν μπροστά σε νέες ανάγκες, χωρίς τα χαμηλά επιτόκια, την ισχυρή ανάκαμψη και τα δημοσιονομικά περιθώρια που είχαν τότε.

Η πανδημία έδειξε πόσο αποφασιστικά μπορούν να κινηθούν τα κράτη όταν απειλείται η οικονομία. Η σημερινή κρίση θέτει ένα πιο δύσκολο ερώτημα: πώς θα στηρίξουν όσους δοκιμάζονται, χωρίς να εξαντλήσουν και τον τελευταίο διαθέσιμο χώρο στους προϋπολογισμούς τους.

naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου