Δεκατέσσερις ημέρες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται ενισχυμένοι στις δημοσκοπήσεις και προσβλέπουν σε ένα ισχυρό «μπλε κύμα», το οποίο θα μπορούσε να ανατρέψει τους πολιτικούς συσχετισμούς στο Κογκρέσο.
Οι τελευταίες μετρήσεις καταγράφουν δυναμική που επιτρέπει στο κόμμα να διεκδικεί
έδρες ακόμη και σε παραδοσιακά ρεπουμπλικανικές πολιτείες, όπου μέχρι πρότινος οι πιθανότητες επικράτησής του θεωρούνταν περιορισμένες.Η ενίσχυση των προσδοκιών, ωστόσο, δημιουργεί και αυξημένες απαιτήσεις. Όπως μεταδίδουν αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, μια ενδεχόμενη αποτυχία των Δημοκρατικών να εξασφαλίσουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου θα μπορούσε να εκληφθεί ως απογοητευτικό αποτέλεσμα, δίνοντας παράλληλα στους Ρεπουμπλικάνους τη δυνατότητα να παρουσιάσουν την έκβαση της αναμέτρησης ως πολιτική επιτυχία.
Σε δημοσκόπηση των ABC News και The Washington Post, οι Δημοκρατικοί εμφανίζονταν να προηγούνται σχεδόν κατά δέκα ποσοστιαίες μονάδες στην πρόθεση ψήφου. Παράλληλα, υποψήφιοί τους για τη Γερουσία διεκδικούν με αξιώσεις έδρες σε πολιτείες όπως η Αλάσκα, η Αϊόβα, το Κάνσας και το Τέξας, οι οποίες αποτελούν παραδοσιακά προπύργια των Ρεπουμπλικάνων.
Αμφίρροπες παραμένουν και οι αναμετρήσεις στο Μίσιγκαν και την Τζόρτζια, όπου οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να διατηρήσουν τις έδρες που ήδη κατέχουν. Μετά τη σαρωτική νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις εκλογές του 2024, το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν με ακρίβεια τη δυναμική του κόμματος ή υπερεκτιμούν την κινητοποίηση των υποστηρικτών του.
Από τον Κλίντον στον Μπους: Οι αναμετρήσεις που ξέφυγαν από τον κανόνα
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι το κόμμα του εκάστοτε προέδρου συνήθως καταγράφει απώλειες στις ενδιάμεσες εκλογές, ιδιαίτερα στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Οι εξαιρέσεις, ωστόσο, αποδεικνύουν ότι η πολιτική συγκυρία μπορεί να ανατρέψει τις προβλέψεις.
Το 2002, επί προεδρίας Τζορτζ Γ. Μπους, οι Ρεπουμπλικανοί ενίσχυσαν τη θέση τους στο Κογκρέσο, σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική κοινωνία εξακολουθούσε να επηρεάζεται από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Το 1998, επί Μπιλ Κλίντον, οι Δημοκρατικοί αύξησαν τις έδρες τους στη Βουλή, χωρίς ωστόσο να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία. Η ισχυρή οικονομία και η αντίδραση μέρους του εκλογικού σώματος στους χειρισμούς των Ρεπουμπλικάνων στην υπόθεση Μόνικα Λεβίνσκι συνέβαλαν στη διαμόρφωση του αποτελέσματος.
Ανάλογα παραδείγματα καταγράφηκαν και στις πιο πρόσφατες αναμετρήσεις. Το 2022, μετά την ανατροπή της απόφασης Roe v. Wade από το Ανώτατο Δικαστήριο, οι Δημοκρατικοί έχασαν εννέα έδρες στη Βουλή, περιορίζοντας όμως σημαντικά την έκταση της ήττας που προέβλεπαν οι δημοσκοπήσεις. Την επομένη των εκλογών, ο τότε πρόεδρος Τζο Μπάιντεν έκανε λόγο για «μια καλή μέρα για τη δημοκρατία», παρότι οι Ρεπουμπλικάνοι ανέκτησαν τον έλεγχο του σώματος.
Αντίστοιχα, το 2018 ο Τραμπ επιχείρησε να αναδείξει την ενίσχυση της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Γερουσία, παρά την απώλεια της Βουλής. Οι μεγαλύτερες ανατροπές είχαν σημειωθεί το 1994, όταν οι Δημοκρατικοί έχασαν 54 έδρες, και το 2010, όταν η άνοδος του κινήματος Tea Party συνέβαλε στην απώλεια 63 εδρών από το κόμμα του Μπαράκ Ομπάμα.
Κατά την εκτίμηση του CNN, ο Τραμπ ενδέχεται να αμφισβητήσει την αξιοπιστία της εκλογικής διαδικασίας ή να επιχειρήσει να παρουσιάσει κάποια πτυχή του αποτελέσματος ως νίκη, ανεξάρτητα από τη συνολική έκβαση της αναμέτρησης.
Οι κρίσιμες έδρες σε Γερουσία και Βουλή
Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις δέκα πλέον αμφίρροπες αναμετρήσεις για τη Γερουσία, σε έναν εκλογικό κύκλο κατά τον οποίο τίθενται σε διεκδίκηση 35 έδρες. Οι Δημοκρατικοί υπερασπίζονται τρεις έδρες, στην Τζόρτζια, το Μίσιγκαν και το Νιου Χάμσαϊρ, ενώ οι υπόλοιπες επτά βρίσκονται υπό τον έλεγχο των Ρεπουμπλικάνων και αφορούν την Αλάσκα, την Αϊόβα, το Κάνσας, το Μέιν, τη Βόρεια Καρολίνα, το Οχάιο και το Τέξας.
Στη Βουλή των Αντιπροσώπων, οι επανειλημμένες επαναχαράξεις των εκλογικών περιφερειών έχουν περιορίσει τον αριθμό των πραγματικά ανταγωνιστικών εδρών. Σύμφωνα με το μη κομματικό Cook Political Report, 21 περιφέρειες θεωρούνται αμφίρροπες, εκ των οποίων οι 15 εκπροσωπούνται σήμερα από Ρεπουμπλικανούς και οι έξι από Δημοκρατικούς.
Επιπλέον, δέκα έδρες που κατέχουν Ρεπουμπλικανοί αξιολογούνται ως δυνητικά ευνοϊκές για τους Δημοκρατικούς, ενώ αντίστοιχη εκτίμηση υπάρχει για μία έδρα που εκπροσωπείται από ανεξάρτητο βουλευτή, ο οποίος αποχώρησε από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Αντίθετα, σε οκτώ περιφέρειες που ελέγχουν οι Δημοκρατικοί, οι εκτιμήσεις ευνοούν τους Ρεπουμπλικανούς.
Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν το πόσο λεπτές είναι οι ισορροπίες. Μερικές μόνο ανατροπές σε κρίσιμες περιφέρειες θα μπορούσαν να αλλάξουν τον έλεγχο της Βουλής, ενώ μια ισχυρή επίδοση των Ρεπουμπλικανών στις αμφίρροπες αναμετρήσεις θα τους έδινε τη δυνατότητα να υποστηρίξουν ότι ανέκοψαν το αναμενόμενο «μπλε κύμα».
Οι μάχες για τη Γερουσία παρουσιάζουν, παράλληλα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω των χαρακτηριστικών των υποψηφίων. Στη Βόρεια Καρολίνα, οι Δημοκρατικοί στηρίζουν τον πρώην κυβερνήτη Ρόι Κούπερ, ενώ στην Τζόρτζια επιδιώκουν την επανεκλογή του Τζον Όσοφ.
Στο Τέξας, ο Ρεπουμπλικάνος γενικός εισαγγελέας Κεν Πάξτον αντιμετωπίζει την πρόκληση της χαμηλής δημοτικότητας και των σκανδάλων που τον έχουν απασχολήσει, ενώ ο Δημοκρατικός αντίπαλός του, Τζέιμς Ταλαρίκο, εμφανίζεται να προηγείται σε ορισμένες δημοσκοπήσεις. Στο Κάνσας, οι Δημοκρατικοί ποντάρουν στον μετριοπαθή πάστορα Άνταμ Χάμιλτον, επιχειρώντας να ανατρέψουν μια μακρά παράδοση εκλογικών ηττών στην πολιτεία.
Η περίπτωση του Κάνσας, πάντως, υπενθυμίζει ότι οι δημοσκοπήσεις δεν εγγυώνται το τελικό αποτέλεσμα. Το 2014, ο ανεξάρτητος υποψήφιος Γκρεγκ Όρμαν εμφανιζόταν να προηγείται του Ρεπουμπλικάνου γερουσιαστή Πατ Ρόμπερτς, ο οποίος τελικά επανεξελέγη. Ένα τέτοιο προηγούμενο ενισχύει την άποψη ότι η δυναμική των τελευταίων ημερών μπορεί να μεταβάλει την εικόνα της αναμέτρησης.
Το διακύβευμα για τον Τραμπ και η κινητοποίηση των δύο στρατοπέδων
Η χαμηλή δημοτικότητα του Τραμπ αποτελεί έναν από τους παράγοντες που δυσκολεύουν τις προσπάθειες των Ρεπουμπλικάνων να διατηρήσουν τις πλειοψηφίες τους. Οι Δημοκρατικοί, από την πλευρά τους, επιχειρούν να αξιοποιήσουν το πολιτικό κλίμα, διεκδικώντας έδρες ακόμη και σε πολιτείες όπου η εκλογική τους παρουσία ήταν παραδοσιακά περιορισμένη.
Για να αποκτήσουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων, χρειάζονται καθαρά κέρδη τεσσάρων εδρών τόσο στη Βουλή όσο και στη Γερουσία, σύμφωνα με τους συσχετισμούς που περιγράφονται στο εκλογικό τοπίο. Στη Βουλή των 435 μελών, οι Ρεπουμπλικάνοι διαθέτουν 218 έδρες και οι Δημοκρατικοί 214, ενώ ένας ανεξάρτητος βουλευτής συντάσσεται με τους Ρεπουμπλικανούς σε ζητήματα οργάνωσης του σώματος. Δύο έδρες παραμένουν κενές.
Στη Γερουσία, οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν 53 έδρες, έναντι 45 των Δημοκρατικών και δύο ανεξάρτητων που συντάσσονται με αυτούς. Η δημοκρατική πλευρά χρειάζεται να φτάσει τις 51 έδρες για να εξασφαλίσει την πλειοψηφία, καθώς σε περίπτωση ισοψηφίας η καθοριστική ψήφος ανήκει στον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος προεδρεύει της Γερουσίας.
Η απώλεια έστω και ενός σώματος θα περιόριζε αισθητά τα περιθώρια της κυβέρνησης Τραμπ. Οι Δημοκρατικοί θα αποκτούσαν μεγαλύτερη δυνατότητα κοινοβουλευτικού ελέγχου, με εντατικότερες έρευνες και ακροάσεις, ενώ θα ενίσχυαν την επιρροή τους στις αποφάσεις για τον προϋπολογισμό και τη νομοθετική ατζέντα.
Την ίδια ώρα, ο Αμερικανός πρόεδρος εντείνει τις προεκλογικές εμφανίσεις του, επιδιώκοντας να συσπειρώσει τη ρεπουμπλικανική βάση και να στηρίξει υποψηφίους σε κρίσιμες πολιτείες. Σύμφωνα με το NPR, παρά τη δέσμευσή του να ενισχύσει υποψηφίους σε ανταγωνιστικές περιφέρειες, μεγάλο μέρος των περιοδειών του επικεντρώνεται σε πολιτείες που θεωρούνται παραδοσιακά ρεπουμπλικανικές.
Στο πρόγραμμά του περιλαμβάνονται το Οχάιο, το Τέξας, η Οκλαχόμα, το Τενεσί και η Αλάσκα. Στις 19 Οκτωβρίου επισκέφθηκε το Κάνσας, προκειμένου να στηρίξει τον Ρεπουμπλικάνο γερουσιαστή Ρότζερ Μάρσαλ απέναντι στον Δημοκρατικό Άνταμ Χάμιλτον, ενώ για τις 25 Οκτωβρίου έχει προγραμματιστεί εμφάνισή του στο Μίσιγκαν.
Μία ημέρα νωρίτερα, στις 24 Οκτωβρίου, ο πρώην πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα αναμένεται να βρεθεί στο Ντιτρόιτ, συμμετέχοντας σε εκδήλωση μαζί με τον υποψήφιο των Δημοκρατικών για τη Γερουσία Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ και την υποψήφια για την κυβερνητική θέση του Μίσιγκαν, Τζόσελιν Μπένσον.
Η παρέμβαση Ομπάμα εντάσσεται στην προσπάθεια των Δημοκρατικών να ενισχύσουν τη συσπείρωση των ψηφοφόρων τους πριν από την κάλπη. Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσίευμα της The Washington Post, ο Ελ Σαγιέντ αντιμετωπίζει δυσκολίες στην προσέλκυση και συσπείρωση τμημάτων του εκλογικού σώματος, μεταξύ των οποίων Αφροαμερικανοί και Εβραίοι ψηφοφόροι.
Καθώς η ημέρα των εκλογών πλησιάζει, οι δύο παρατάξεις εντείνουν τις προσπάθειές τους, γνωρίζοντας ότι ακόμη και μικρές μεταβολές σε επιμέρους περιφέρειες μπορούν να καθορίσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου. Για τους Δημοκρατικούς, το ζητούμενο είναι να μετατρέψουν τη δημοσκοπική δυναμική σε εκλογικές νίκες. Για τον Τραμπ και τους Ρεπουμπλικάνους, η αναμέτρηση αποτελεί κρίσιμη δοκιμασία για τη διατήρηση της κοινοβουλευτικής στήριξης που χρειάζεται η κυβέρνηση για να προωθήσει το πρόγραμμά της.
enikos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου