Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026
Πετρέλαιο: Ρωσικό diesel φθάνει αύριο στις ΗΠΑ, αργό της Μέσης Ανατολής ρέει – Τα βαρέλια επιστρέφουν, οι τιμές δεν πέφτουν
Νατάσα Στασινού • nstasinou@naftemporiki.gr
Περισσότερο πετρέλαιο φτάνει πλέον στις διεθνείς αγορές από τον Περσικό Κόλπο απ’ ό,τι πριν από τον πόλεμο με το Ιράν. Η Ρωσία ετοιμάζεται να στείλει το πρώτο φορτίο ντίζελ στις Ηνωμένες Πολιτείες, έπειτα από συμφωνία του Βλαντίμιρ Πούτιν με τον Ντόναλντ Τραμπ. Και οι μεγαλύτεροι παραγωγοί αναζητούν κάθε διαθέσιμη διαδρομή για να κρατήσουν ανοιχτή την ενεργειακή τροφοδοσία.
Κανονικά, όλα αυτά θα έπρεπε να αποτελούν καλά νέα για τις τιμές του πετρελαίου. Μόνο που οι αγορές δεν δείχνουν διατεθειμένες να ηρεμήσουν.
Το Brent κινείται την Τετάρτη κοντά στα 111 δολάρια το βαρέλι, με το αμερικανικό WTI γύρω στα 100 δολάρια, καθώς οι επενδυτές εξακολουθούν να τιμολογούν τον κίνδυνο νέων επιθέσεων σε δεξαμενόπλοια, ενεργειακές εγκαταστάσεις και κρίσιμες θαλάσσιες οδούς.
Η αντίφαση αποτυπώνει τη νέα πραγματικότητα της παγκόσμιας αγοράς: το πετρέλαιο μπορεί να βρίσκει τον δρόμο του προς τους καταναλωτές, αλλά ο δρόμος αυτός έχει γίνει ακριβότερος, πιο επικίνδυνος και λιγότερο προβλέψιμος.
Το μεγάλο παράδοξο του Περσικού Κόλπου
Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler που παρουσιάζει η Wall Street Journal, οι συνολικές ροές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένων των εναλλακτικών διαδρομών, ξεπέρασαν τα 24 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως την εβδομάδα έως τις 18 Οκτωβρίου.
Πριν από τον πόλεμο, οι αντίστοιχες ποσότητες ανέρχονταν σε 23,3 εκατομμύρια βαρέλια. Η ανάκαμψη είναι εντυπωσιακή, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι οι ιρανικές επιθέσεις στα Στενά του Ορμούζ συνεχίζονται. Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει όταν εξετάσει κανείς τις ίδιες τις διελεύσεις από το στρατηγικό πέρασμα.
Οι ροές μέσω του Ορμούζ, μαζί με τις υπεράκτιες μεταφορτώσεις στον Κόλπο του Ομάν, υπολογίζονται περίπου στα 14 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, δηλαδή μόλις στο 82% των προπολεμικών επιπέδων.
Η διαφορά καλύπτεται από ένα σύνθετο σύστημα εναλλακτικών διαδρομών, αγωγών, λιμανιών και μεταφορτώσεων από πλοίο σε πλοίο.
Η Σαουδική Αραβία αξιοποιεί περισσότερο τις δυνατότητες εξαγωγής μέσω της Ερυθράς Θάλασσας, ενώ η ναυτιλιακή βιομηχανία έχει αναπτύξει πρακτικές που επιτρέπουν τη συνέχιση των μεταφορών ακόμη και υπό την απειλή επιθέσεων.
Πρόκειται, όμως, για μια ανθεκτικότητα που έχει κόστος.
Τα δεξαμενόπλοια συνεχίζουν να ταξιδεύουν – Αλλά με ποιο τίμημα;
Η εμπειρία των πληρωμάτων, οι υψηλές αμοιβές για επικίνδυνα δρομολόγια και τα μεγάλα οικονομικά κίνητρα έχουν δημιουργήσει έναν απροσδόκητα ανθεκτικό στόλο δεξαμενόπλοιων.
Πλοία που υπό κανονικές συνθήκες θα απέφευγαν την περιοχή συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται, ενώ οι υψηλές αποδόσεις των μεταφορών αντισταθμίζουν, για ορισμένους πλοιοκτήτες, τον αυξημένο κίνδυνο. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Τεχεράνη δεν έχει καταφέρει να διακόψει πλήρως τις ενεργειακές εξαγωγές της περιοχής. Έχει, ωστόσο, καταφέρει να τις καταστήσει πολύ ακριβότερες.
Τα αυξημένα ναύλα, τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου, οι μεγαλύτερες αποστάσεις και οι πιθανές καθυστερήσεις μεταφέρονται σταδιακά στο κόστος του πετρελαίου και των προϊόντων διύλισης.
Και υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα: το σύστημα αυτό λειτουργεί όσο οι πλοιοκτήτες, τα πληρώματα και οι ασφαλιστικές εταιρείες εξακολουθούν να θεωρούν ότι η ανάληψη του κινδύνου αξίζει το οικονομικό αντάλλαγμα.
Μια νέα κλιμάκωση θα μπορούσε να ανατρέψει αυτή την ισορροπία.
Ρωσικό ντίζελ στις ΗΠΑ: Η συμφωνία που αλλάζει τις ισορροπίες
Την ίδια στιγμή, μια άλλη εξέλιξη αποκαλύπτει πόσο βαθιά έχει ανατρέψει ο ενεργειακός πόλεμος τις παραδοσιακές εμπορικές και γεωπολιτικές σχέσεις.
Η Ρωσία ανακοίνωσε ότι την Πέμπτη θα αναχωρήσει το πρώτο δεξαμενόπλοιο με ντίζελ για τις Ηνωμένες Πολιτείες, στο πλαίσιο της συμφωνίας που επιτεύχθηκε μεταξύ Πούτιν και Τραμπ. Σύμφωνα με τον Ρώσο αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Αλεξάντρ Νόβακ, το πρώτο φορτίο θα ανέρχεται σε 40.000 μετρικούς τόνους.
Θα ακολουθήσουν και άλλες αποστολές. Ο Τραμπ έχει αναφερθεί σε αρχική ποσότητα 300.000 τόνων, περίπου 2,25 εκατομμυρίων βαρελιών, σε επιπλέον 500.000 τόνους τον Νοέμβριο και σε ακόμη ένα εκατομμύριο τόνους στη συνέχεια.
Η Μόσχα είχε άρει στις 9 Οκτωβρίου την απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ, την οποία είχε επιβάλει για να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις στην εγχώρια αγορά μετά τα ουκρανικά πλήγματα σε διυλιστήρια. Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα καθώς σημειώνεται ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και οι σχέσεις Ουάσιγκτον–Κιέβου δοκιμάζονται.
Κατά τη συνάντησή του με τον Πούτιν στην Αγία Πετρούπολη, ο Αμερικανός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ ευχαρίστησε τη ρωσική πλευρά για την άρση των περιορισμών.
Ο Ρώσος πρόεδρος υποστήριξε μάλιστα ότι η συμφωνία συνέβαλε ήδη σε μείωση των διεθνών τιμών του ντίζελ κατά 5% έως 6%.
Πρόκειται για ισχυρισμό της ρωσικής πλευράς, ο οποίος δεν σημαίνει ότι έχει καταγραφεί αντίστοιχη υποχώρηση στις τιμές του αργού.
Γιατί το πετρέλαιο επιμένει πάνω από τα 110 δολάρια
Η απάντηση βρίσκεται στο γεγονός ότι οι αγορές δεν τιμολογούν μόνο τις ποσότητες που παραδίδονται σήμερα, αλλά και την πιθανότητα να μη φτάσουν οι αυριανές.
Την Τετάρτη, οι τιμές ενισχύθηκαν εκ νέου καθώς απομακρύνθηκαν οι προσδοκίες διπλωματικής προόδου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Παράλληλα, τα αμερικανικά αποθέματα αργού μειώθηκαν κατά 4,9 εκατομμύρια βαρέλια την εβδομάδα που ολοκληρώθηκε στις 16 Οκτωβρίου, προσθέτοντας έναν ακόμη παράγοντα πίεσης.
Το Brent ενισχυόταν κατά 2,06 δολάρια, στα 110,85 δολάρια, ενώ το WTI κατέγραφε άνοδο 2,13 δολαρίων, στα 99,95 δολάρια, σύμφωνα με τις ενδοσυνεδριακές τιμές που μετέδωσε το Reuters.
Η αγορά ανησυχεί επίσης για τις επιθέσεις των Χούθι σε ενεργειακές και μεταφορικές υποδομές της Σαουδικής Αραβίας, καθώς και για τις συνεχιζόμενες απειλές κατά δεξαμενόπλοιων στον Κόλπο του Ομάν.
Έτσι, κάθε είδηση για αποκατάσταση της προσφοράς μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, αλλά κάθε νέο επεισόδιο έντασης επαναφέρει τον φόβο της διακοπής.
Η Σαουδική Αραβία αυξάνει τις εξαγωγές, αλλά η αγορά παραμένει εύθραυστη
Ένα ακόμη στοιχείο που ενισχύει την εικόνα ανάκαμψης των ενεργειακών ροών έρχεται από τη Σαουδική Αραβία.
Σύμφωνα με στοιχεία της JODI που επικαλείται το Reuters, οι εξαγωγές σαουδαραβικού αργού αυξήθηκαν τον Αύγουστο κατά 7,9%, στα 4,451 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάρτιο.
Η αύξηση καταγράφηκε παρά τη σημαντική μείωση της παραγωγής, αποτυπώνοντας την προσπάθεια του βασιλείου να διατηρήσει τις εξαγωγικές ροές μέσα σε ένα εξαιρετικά δύσκολο περιβάλλον.
Ο Giovanni Staunovo της UBS εκτιμά ότι η ανάκαμψη των εξαγωγών πιθανότατα συνεχίστηκε και τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο.
Ωστόσο, η αύξηση των εξαγωγών δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με πλήρη αποκατάσταση της παραγωγικής δυναμικότητας ή των αποθεμάτων ασφαλείας.
Και αυτή είναι μία από τις βασικές αδυναμίες της σημερινής αγοράς.
Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας: Οι υψηλές τιμές αρχίζουν να καταστρέφουν τη ζήτηση
Η πιο ανησυχητική διάσταση της ενεργειακής κρίσης είναι ότι δεν περιορίζεται πλέον στην προσφορά. Οι υψηλές τιμές έχουν αρχίσει να επηρεάζουν και την κατανάλωση.
Στην έκθεση Οκτωβρίου, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προβλέπει ότι η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου θα μειωθεί κατά 2,6 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως κατά μέσο όρο το 2026.
Για το τέταρτο τρίμηνο προβλέπει υποχώρηση 2,5 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως σε ετήσια βάση.
Το ντίζελ αναμένεται να αντιπροσωπεύει περίπου το ένα τέταρτο της μείωσης, καθώς η ακρίβεια των καυσίμων, οι περιορισμοί στη διαθεσιμότητα προϊόντων και η επιδείνωση των οικονομικών προοπτικών επηρεάζουν τις μεταφορές και τη βιομηχανική δραστηριότητα.
Ακόμη και η προβλεπόμενη μερική ανάκαμψη της ζήτησης το 2027 δεν θα επαρκεί για να επαναφέρει την παγκόσμια κατανάλωση στα επίπεδα του 2025.
Με άλλα λόγια, η ενεργειακή κρίση αρχίζει να περιορίζει την ίδια τη δραστηριότητα που τροφοδοτεί τη ζήτηση πετρελαίου.
Το μεγάλο στοίχημα για την επόμενη ημέρα
Η παγκόσμια αγορά πετρελαίου βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια ασυνήθιστη συνθήκη.
Η προσφορά ανακάμπτει, αλλά το κόστος μεταφοράς παραμένει υψηλό. Οι γεωπολιτικές συμφωνίες ανοίγουν νέες εμπορικές διαδρομές, αλλά οι πολεμικές συγκρούσεις εξακολουθούν να απειλούν τις παλιές. Και οι υψηλές τιμές περιορίζουν τη ζήτηση, χωρίς να εξασφαλίζουν άμεση αποκλιμάκωση.
Για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, η διαφορά είναι καθοριστική.
Δεν αρκεί να υπάρχει διαθέσιμο πετρέλαιο. Πρέπει να μπορεί να μεταφερθεί, να διυλιστεί και να φτάσει στην αγορά σε κόστος που να μην επιβαρύνει δυσανάλογα την οικονομία.
Η αποστολή ρωσικού ντίζελ στις ΗΠΑ και η ανάκαμψη των εξαγωγών από τον Περσικό Κόλπο δείχνουν ότι η παγκόσμια ενεργειακή αγορά διαθέτει αξιοσημείωτη ικανότητα προσαρμογής.
Δεν αποδεικνύουν, όμως, ότι έχει επιστρέψει στην κανονικότητα. Το πετρέλαιο μπορεί να ρέει ξανά. Η ασφάλεια αυτών των ροών εξακολουθεί να είναι το ακριβότερο αγαθό.
naftemporiki.gr
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου