Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026
Απόφαση-βόμβα του ΣτΕ τινάζει στον αέρα πρόστιμα πολλών εκατομμυρίων – Ανοίγουν πάλι οι υποθέσεις
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Γιώργος Παλαιτσάκης • gpalaitsakis@naftemporiki.gr
Αντιμέτωπη με τον κίνδυνο να υποχρεωθεί να διαγράψει -ή ακόμη και να επιστρέψει- φόρους και πρόστιμα, συνολικού ύψους πολλών εκατομμυρίων ευρώ, που καταλογίστηκαν ήδη σε φορολογούμενους για παραβάσεις μεγάλου ύψους φοροδιαφυγής διαπραχθείσες στα έτη 2012 – 2017, βρίσκεται πλέον η ΑΑΔΕ.
Αιτία η υπ’ αριθμ. 1246/2026 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας που προβλέπουν παράταση της περιόδου παραγραφής από πενταετή σε δεκαετή ή ακόμη και σε εικοσαετή σε περιπτώσεις φορολογικών υποθέσεων στις οποίες οι έλεγχοι των φορολογικών αρχών διαπιστώνουν παραβάσεις ποινικά κολάσιμης φοροδιαφυγής. Η απόφαση αφορά ουσιαστικά φορολογικές υποθέσεις των ετών 2012-2017, καθώς για τα επόμενα έτη οι επίμαχες διατάξεις δεν προέβλεπαν πλέον τόσο μεγάλης διάρκειας περιόδους παραγραφής.
Μια πρώτη έρευνα που διενήργησε η «Ν» σε ήδη δημοσιευμένες αποφάσεις της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), αποκαλύπτει ότι τουλάχιστον 27,4 εκατ. ευρώ φόρων, προστίμων και συναφών επιβαρύνσεων έχουν καταλογιστεί από το 2022 έως και το 2026 σε φορολογικές υποθέσεις των ετών 2012-2017, στις οποίες οι ελεγχθέντες φορολογούμενοι είχαν επικαλεστεί την πενταετή παραγραφή και είχαν ζητήσει ακύρωση των σχετικών πράξεων, αλλά οι προσφυγές τους απορρίφθηκαν, καθώς η ΔΕΔ επικαλέστηκε τις επίμαχες διατάξεις περί δεκαετούς -και σε παλαιότερες περιπτώσεις εικοσαετούς- παραγραφής λόγω φοροδιαφυγής.
Το ποσό αυτό αποτελεί ελάχιστο εντοπισμένο μέγεθος και όχι συνολική αποτίμηση των συνεπειών της απόφασης. Δεν περιλαμβάνει το σύνολο των αποφάσεων της ΔΕΔ για τις οποίες δεν είναι δημοσίως διαθέσιμο το ακριβές οικονομικό αντικείμενο, ούτε -κυρίως- τις φορολογικές υποθέσεις που εκκρεμούν σήμερα στα διοικητικά πρωτοδικεία, εφετεία και στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Τι έκρινε
Η επταμελής σύνθεση του Β’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας με την απόφαση 1246/2026 έκρινε δύο κρίσιμες νομοθετικές ρυθμίσεις αντισυνταγματικές.
Πρώτον, έκρινε ότι η 20ετής παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει φορολογικές επιβαρύνσεις λόγω φοροδιαφυγής, την οποία προέβλεπε το άρθρο 36 παρ. 3 του ν. 4174/2013, αντίκειται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.
Δεύτερον, έκρινε αντίθετη προς το άρθρο 78 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 66 παρ. 27α του ν. 4646/2019, η οποία προέβλεψε, κατ’ εξαίρεση, δεκαετή παραγραφή αντί πενταετή στο δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλει φόρους και πρόστιμα για υποθέσεις ποινικά κολάσιμης φοροδιαφυγής των ετών 2012-2017, δηλαδή για υποθέσεις των ετών αυτών στις οποίες το ποσό του φόρου εισοδήματος που δεν καταβλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει τα 100.000 ευρώ τον χρόνο ή το ποσό του ΦΠΑ που δεν αποδόθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει τα 50.000 ευρώ τον χρόνο. Στην υπόθεση που έκρινε το ΣτΕ κρίθηκε ότι η επίμαχη ρύθμιση καταλάμβανε το 2013, δηλαδή φορολογικό έτος προγενέστερο του προηγούμενου έτους από τη δημοσίευση του νόμου του 2019. Στις δύο επίμαχες περιπτώσεις, σύμφωνα με τη δημοσιοποιημένη απόφαση, εφαρμόζεται συνεπώς η πενταετής παραγραφή.
Η διάκριση είναι κρίσιμη, αφού η απόφαση αφορά το χρονικό όριο μέσα στο οποίο το Δημόσιο μπορεί να εκδώσει πράξη καταλογισμού φόρου ή προστίμου. Δεν σημαίνει ότι κάθε φορολογικό χρέος που έχει ηλικία μεγαλύτερη των πέντε ετών παραγράφεται. Άλλοι κανόνες διέπουν την παραγραφή της είσπραξης μιας οφειλής που έχει ήδη βεβαιωθεί νόμιμα.
Σημαντικές συνέπειες
Οι συνέπειες μπορούν να αποδειχθούν σημαντικές, καθώς επί σειρά ετών η ΔΕΔ απέρριπτε προσφυγές φορολογουμένων που υποστήριζαν ότι οι πράξεις είχαν εκδοθεί μετά την πενταετία, με το σκεπτικό ότι επρόκειτο για φοροδιαφυγή και συνεπώς ίσχυε η ειδική δεκαετής παραγραφή.
Χαρακτηριστική είναι η υπ’ αριθμόν 741/2024 απόφαση της ΔΕΔ, που αφορά τη χρήση του 2012 και σε καταλογισμό περίπου 6,28 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχα, στην υπ’ αριθμόν 1677/2025 απόφαση της ΔΕΔ ο καταλογισμός για το έτος 2014 έφθανε περίπου στα 5,82 εκατ. ευρώ και η ΔΕΔ επικαλέστηκε ρητά τη δεκαετή παραγραφή λόγω φοροδιαφυγής.
Ακόμη μεγαλύτερος ήταν ο καταλογισμός που αναφέρεται στην απόφαση υπ’ αριθμόν 933/2025 της ΔΕΔ Θεσσαλονίκης: τρεις πράξεις φόρου εισοδήματος για τα φορολογικά έτη 2015, 2016 και 2017 συνολικού ύψους 7.255.005,94 ευρώ. Η ΔΕΔ απέρριψε τον ισχυρισμό περί παραγραφής, εφαρμόζοντας τη δεκαετή προθεσμία λόγω φοροδιαφυγής.
Συναφής είναι η απόφαση υπ’ αριθμόν 932/2025 της ΔΕΔ που αφορά πράξεις ΦΠΑ για τα ίδια έτη, συνολικού ύψους 3.292.650,74 ευρώ, με την παραγραφή επίσης να απορρίπτεται λόγω της ειδικής δεκαετίας.
Εξάλλου, στην υπ’ αριθμόν 592/2025 απόφαση της ΔΕΔ, για το φορολογικό έτος 2017, οι πράξεις φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ έφθαναν συνολικά τα 2.134.211,64 ευρώ. Και εδώ ο ισχυρισμός της παραγραφής απορρίφθηκε επειδή εφαρμόστηκε η δεκαετής προθεσμία λόγω φοροδιαφυγής.
Υπάρχουν όμως και υποθέσεις με σχετικά μικρότερα ποσά. Στην υπ’ αριθμόν 1267/2025 απόφαση της ΔΕΔ ο καταλογισμός για το έτος 2014 έφθασε τα 401.029,89 ευρώ, εκ των οποίων 266.732,48 ευρώ ήταν διαφορά φόρου και 133.510,18 ευρώ πρόστιμο.
Στον κατάλογο προστίθενται και παλαιότερες αποφάσεις. Η υπ’ αριθμόν ΔΕΔ 1382/2022, για παράδειγμα, αφορούσε τη χρήση 2014 και η ίδια η απόφαση ανέφερε ότι στις υποθέσεις φοροδιαφυγής η χρήση αυτή παραγραφόταν το 2025, δηλαδή με εφαρμογή της δεκαετίας.
Από την καταγραφή δημοσιευμένων αποφάσεων της περιόδου 2022-2026 προκύπτει έτσι ελάχιστο εντοπισμένο ύψος άνω των 27,4 εκατ. ευρώ. Το πραγματικό οικονομικό αντικείμενο των υποθέσεων που μπορεί να επηρεάζονται είναι πιθανότατα μεγαλύτερο, χωρίς όμως να υπάρχουν μέχρι στιγμής δημόσια στοιχεία που να επιτρέπουν ασφαλή συνολική εκτίμηση.
Δεν ακυρώνονται όλα αυτόματα
Η απόφαση του ΣτΕ δεν συνεπάγεται ότι την επόμενη μέρα η ΑΑΔΕ θα διαγράψει αυτομάτως όλους τους παλαιούς καταλογισμούς.
Πρέπει να εξεταστεί κάθε υπόθεση χωριστά: πότε έληγε η κανονική παραγραφή, πότε εκδόθηκε η πράξη, με ποια ακριβώς διάταξη θεωρήθηκε εμπρόθεσμη και εάν υπάρχει κάποια άλλη αυτοτελής νόμιμη αιτία παράτασης της παραγραφής.
Κρίσιμο είναι επίσης το δικονομικό στάδιο. Άλλη είναι η κατάσταση μιας υπόθεσης που εκκρεμεί σήμερα στα δικαστήρια και άλλη μιας πράξης που έχει οριστικοποιηθεί χωρίς να προσβληθεί ή για την οποία υπάρχει ήδη δεδικασμένο.
Πρόσθετη οδός
Για ένα μεγάλο όμως τμήμα των εκκρεμών δικαστικών διαφορών υπάρχει πλέον ένας πρόσθετος δρόμος για τους ελεγχθέντες φορολογούμενους: η Επιτροπή Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών.
Η Επιτροπή δημιουργήθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4714/2020 για την εξώδικη επίλυση φορολογικών διαφορών που εκκρεμούν στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.
Στις διατάξεις αυτές περιλαμβάνεται ένα σημείο που αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά την απόφαση ΣτΕ 1246/2026: ο ίδιος ο νόμος αναφέρει ρητά ότι ένας από τους λόγους που μπορεί να προβάλει ο φορολογούμενος σε προσφυγή του ενώπιον της Επιτροπής αυτής είναι η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τον επίδικο φόρο ή πρόστιμο λόγω παρέλευσης του χρόνου καταλογισμού. Ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει, κατά τον νόμο, να περιλαμβάνεται στα δικόγραφα της δικαστικής διαφοράς.
Επομένως, φορολογούμενος που έχει ήδη προσβάλει δικαστικά έναν καταλογισμό του 2014 ή του 2015 ως παραγεγραμμένο και η υπόθεσή του παραμένει εκκρεμής μπορεί, εφόσον πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις, να ζητήσει από την Επιτροπή την εξώδικη επίλυση της διαφοράς, επικαλούμενος πλέον και τη νέα νομολογία.
Ανοίγουν πάλι υποθέσεις
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία αποκτά ο ν. 5313/2026, ο οποίος δημοσιεύθηκε μόλις τον περασμένο Ιούνιο.
Με το άρθρο 23 του νόμου εκείνου παρατάθηκε η δυνατότητα ηλεκτρονικής υποβολής αιτήσεων στην Επιτροπή Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών έως τις 30 Ιουνίου 2027 για υποθέσεις που εκκρεμούν και δεν έχουν συζητηθεί μέχρι τις 29 Ιουνίου 2027. Η εξέταση των αιτήσεων παρατάθηκε έως το τέλος του 2027 και η έκδοση των πρακτικών μπορεί να φθάσει έως τις 31 Μαρτίου 2028.
Το πλέον ενδιαφέρον όμως είναι μια ειδική πρόβλεψη που προστέθηκε για παλιότερες υποθέσεις. Ο νόμος επιτρέπει πλέον νέα αίτηση ακόμη και για υποθέσεις στις οποίες είχε ήδη υποβληθεί αίτηση που απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, αλλά και για ματαιωθείσες ή απορριφθείσες υποθέσεις όταν έχουν προκύψει νέα στοιχεία ή νέα νομολογία, καθώς κι όταν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου.
Η απόφαση του ΣτΕ 1246/2026 αποτελεί προφανώς μια εξαιρετικά σημαντική νέα νομολογιακή εξέλιξη για τις υποθέσεις στις οποίες το κρίσιμο ζήτημα ήταν ακριβώς η ειδική παραγραφή λόγω φοροδιαφυγής. Το αν σε κάθε συγκεκριμένη παλιά υπόθεση πληρούνται οι προϋποθέσεις νέας αίτησης θα κριθεί από την Επιτροπή.
Η αποδοχή παραγραφής
Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι το δικαίωμα του Δημοσίου είχε παραγραφεί όταν εκδόθηκε η πράξη και δεν υπάρχει άλλη νόμιμη βάση που να διασώζει τον καταλογισμό, μπορεί να οδηγηθεί σε ολική αποδοχή του ισχυρισμού.
Τότε το ζήτημα δεν είναι απλώς να μειωθεί ένα πρόστιμο. Εάν ο καταλογισμός δεν μπορούσε πλέον νόμιμα να γίνει, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μηδενισμός της επίδικης φορολογικής επιβάρυνσης στο πλαίσιο της εξώδικης επίλυσης.
Το πρακτικό της Επιτροπής, όταν ολοκληρωθεί νόμιμα η διαδικασία και γίνει αποδεκτό, επιλύει αμετάκλητα τη φορολογική διαφορά. Για τις περιπτώσεις όπου παραμένει ποσό προς καταβολή ισχύουν οι ειδικοί όροι του άρθρου 16, ενώ ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί έναντι του κύριου φόρου συνυπολογίζονται.
Τι γίνεται αν έχει ήδη πληρωθεί το πρόστιμο
Μετά την απόφαση του ΣτΕ μπορεί να προκύψει η δεύτερη, καθαρά ταμειακή συνέπεια για το Δημόσιο.
Ας υποθέσουμε ότι σε φορολογούμενο καταλογίστηκαν 2 εκατ. ευρώ και κατά τη διαδικασία αμφισβήτησης της πράξης έχει ήδη καταβληθεί 1 εκατ. ευρώ. Εάν τελικά ο καταλογισμός μηδενιστεί λόγω παραγραφής, δεν υπάρχει πλέον νόμιμη φορολογική οφειλή έναντι της οποίας να κρατηθεί το ποσό αυτό.
Κατά συνέπεια, το ποσό που έχει καταβληθεί και καθίσταται αχρεώστητο πρέπει να εκκαθαριστεί ως επιστρεπτέο, αφού προηγουμένως εφαρμοστούν οι κανόνες περί συμψηφισμού με άλλες οφειλές του ίδιου φορολογουμένου.
Ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας προβλέπει ότι όταν ο φορολογούμενος δικαιούται επιστροφή, η Φορολογική Διοίκηση συμψηφίζει πρώτα τυχόν οφειλές του και επιστρέφει την προκύπτουσα διαφορά. Προβλέπει επίσης ρητά διαδικασία επιστροφής όταν πράξη προσδιορισμού φόρου ή επιβολής προστίμου ακυρώνεται ή τροποποιείται.
Επομένως, εάν από τα 27,4 εκατ. ευρώ των καταλογισμών, που έχουν ήδη εντοπιστεί, ένα μέρος έχει πληρωθεί και οι αντίστοιχες πράξεις τελικά μηδενιστούν, δεν θα πρόκειται απλώς για λογιστική διαγραφή απαιτήσεων του Δημοσίου, αλλά για πραγματική υποχρέωση επιστροφής ή συμψηφισμού χρημάτων.
Και τόκοι στις επιστροφές
Η επιστροφή μπορεί υπό προϋποθέσεις να συνοδεύεται και από τόκους, όχι όμως αυτομάτως από την αρχική ημερομηνία καταβολής του φόρου.
Ο ΚΦΔ προβλέπει ότι σε περίπτωση αχρεώστητης καταβολής καταβάλλονται τόκοι για το διάστημα από την ημερομηνία της αίτησης επιστροφής μέχρι την ειδοποίηση του φορολογουμένου για την επιστροφή, εφόσον η διαδικασία δεν ολοκληρωθεί μέσα σε 90 ημέρες. Εάν το ποσό συμψηφιστεί με άλλες οφειλές, ως χρόνος επιστροφής θεωρείται ο χρόνος του συμψηφισμού.
Για τις δικαστικές προσφυγές ο ΚΦΔ προβλέπει μάλιστα ότι η ίδια η προσφυγή με αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης της φορολογικής πράξης συνιστά αίτημα επιστροφής, με την ειδικότερη προθεσμία να εκκινεί όταν κοινοποιηθεί στην αρμόδια φορολογική υπηρεσία η απόφαση που ακυρώνει ή τροποποιεί την πράξη.
Ο λογαριασμός μπορεί να αυξηθεί
Τα 27,4 εκατ. ευρώ αποτελούν, πάντως, μόνο το πρώτο άμεσα μετρήσιμο μέγεθος δημοσιονομικής απώλειας.
Πρόκειται για ποσό που προκύπτει από συγκεκριμένες δημοσιευμένες αποφάσεις της ΔΕΔ και όχι από εκτίμηση ή στατιστική προβολή. Δεν γνωρίζουμε ακόμη πόσες αντίστοιχες υποθέσεις βρίσκονται σήμερα στα διοικητικά δικαστήρια, ποιο είναι το συνολικό οικονομικό αντικείμενό τους και πόσο από αυτό έχει ήδη εισπραχθεί.
Γι’ αυτό και ο πραγματικός δημοσιονομικός λογαριασμός έχει δύο όψεις: διαγραφή φόρων και προστίμων που δεν έχουν ακόμη εισπραχθεί και επιστροφή ή συμψηφισμό ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί.
Η απόφαση του ΣτΕ 1246/2026 δεν χαρίζει αυτομάτως φόρους σε κάθε παλιά υπόθεση ούτε καθιερώνει γενικό κανόνα ότι κάθε χρέος προς το Δημόσιο παραγράφεται στην πενταετία. Ανατρέπει όμως δύο συγκεκριμένους μηχανισμούς με τους οποίους παρατεινόταν δραστικά ο χρόνος καταλογισμού λόγω φοροδιαφυγής.
Και σε συνδυασμό με τη δυνατότητα προσφυγής στην Επιτροπή Εξώδικης Επίλυσης και τη νέα ρύθμιση του 2026 για υποθέσεις στις οποίες μεταβλήθηκε μεταγενέστερα η νομολογία, δημιουργεί πλέον συγκεκριμένο δρόμο αμφισβήτησης καταλογισμών εκατομμυρίων ευρώ που μέχρι σήμερα είχαν διασωθεί ακριβώς χάρη στη 10ετή ή 20ετή παραγραφή.
naftemporiki.gr
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου