Νατάσα Στασινού • nstasinou@naftemporiki.gr
Η Ουάσιγκτον έχει περάσει μήνες με το βλέμμα στραμμένο στον Λευκό Οίκο. Οι αποκαλύψεις για τη σχέση του Μπιλ Κλίντον με τη Μόνικα Λεβίνσκι έχουν γίνει καθημερινό πολιτικό θέαμα, ενώ η έρευνα του ανεξάρτητου εισαγγελέα Κένεθ Σταρ φέρνει τον πρόεδρο αντιμέτωπο με την απειλή της παραπομπής.
Το ημερολογιο γράφει 3 Νοεμβρίου 1998. Και οι Ρεπουμπλικανοί, που ελέγχουν το Κογκρέσο, πιστεύουν ότι το σκάνδαλο μπορεί να μετατραπεί σε εκλογικό όπλο. Οι ενδιάμεσες εκλογές μοιάζουν με ευκαιρία να διευρύνουν την πλειοψηφία τους στη Βουλή και να εξασφαλίσουν ισχυρότερη εντολή για την έρευνα σε βάρος του προέδρου.
Το αποτέλεσμα, όμως, δεν ακολουθεί το σενάριο που έχουν γράψει.
Οι Δημοκρατικοί κερδίζουν έδρες στη Βουλή —περίπου πέντε, σύμφωνα με τις τότε αποτιμήσεις— και ανατρέπουν μια ιστορική τάση δεκαετιών: είναι η πρώτη φορά από το 1934 που το κόμμα του εν ενεργεία προέδρου ενισχύεται σε ενδιάμεσες εκλογές. Οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν την πλειοψηφία, αλλά η προσπάθειά τους να μετατρέψουν την πολιτική κρίση σε εκλογική νίκη δεν αποδίδει.
Το σκάνδαλο που έγινε προεκλογική στρατηγική
Η υπόθεση έχει ξεκινήσει πολύ πριν από την προεκλογική περίοδο. Τον Ιανουάριο του 1998, δημοσιεύματα αποκαλύπτουν τη σχέση του Κλίντον με τη Λεβίνσκι, πρώην ασκούμενη στον Λευκό Οίκο. Ο πρόεδρος αρνείται αρχικά ότι είχε σεξουαλική σχέση μαζί της. Τον Αύγουστο, καταθέτει ενώπιον ομοσπονδιακού σώματος ενόρκων και παραδέχεται δημόσια ότι είχε μια «ανάρμοστη σχέση».
Η πολιτική πίεση μεγαλώνει. Τον Σεπτέμβριο, ο Σταρ διαβιβάζει στη Βουλή την έκθεσή του, η οποία περιλαμβάνει στοιχεία για πιθανή ψευδορκία και παρεμπόδιση της δικαιοσύνης. Οι Ρεπουμπλικανοί ανοίγουν επίσημα τη διαδικασία έρευνας για την παραπομπή του προέδρου.
Η στρατηγική τους μοιάζει αυτονόητη: να παρουσιάσουν τις εκλογές ως κρίση εμπιστοσύνης προς τον Κλίντον. Όμως, οι ψηφοφόροι δεν δείχνουν την ίδια προθυμία να αφήσουν το σκάνδαλο να καθορίσει την ψήφο τους. Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν σταθερά χαμηλή υποστήριξη στην απομάκρυνσή του, ενώ η δημοτικότητα του προέδρου παραμένει υψηλή. Πολλοί Αμερικανοί αποδοκιμάζουν τη συμπεριφορά του, αλλά δεν θεωρούν ότι πρέπει να φύγει από το αξίωμα.

Η κάλπη δεν γίνεται δημοψήφισμα
Στην προεκλογική εκστρατεία, οι Ρεπουμπλικανοί επιμένουν στο σκάνδαλο, ελπίζοντας ότι οι αποκαλύψεις θα συσπειρώσουν τους ψηφοφόρους. Όμως η οικονομία βρίσκεται σε καλή κατάσταση, η ανεργία είναι χαμηλή και η καθημερινότητα πολλών Αμερικανών δεν περιστρέφεται γύρω από τη δικαστική περιπέτεια του προέδρου.
Η υπόθεση απασχολεί έντονα την Ουάσιγκτον και τα μέσα ενημέρωσης, αλλά δεν γίνεται το βασικό κριτήριο για την πλειονότητα των ψηφοφόρων. Τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων μετά την κάλπη δείχνουν ότι το σκάνδαλο δεν υπήρξε ο καθοριστικός παράγοντας για το εκλογικό αποτέλεσμα. Αντίθετα, πολλοί ψηφοφόροι δηλώνουν δυσαρεστημένοι με τον τρόπο που οι Ρεπουμπλικανοί χειρίστηκαν την υπόθεση.
Η κάλπη δεν δίνει στον Κλίντον λευκή επιταγή. Δεν ανατρέπει την πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών ούτε ακυρώνει την έρευνα. Στέλνει, ωστόσο, ένα καθαρό πολιτικό μήνυμα: οι ψηφοφόροι δεν θέλουν να παρακολουθούν επ’ αόριστον μια Ουάσιγκτον καθηλωμένη στο σκάνδαλο.

Η ήττα που έφτασε στην πόρτα του Γκίνγκριτς
Για τον πρόεδρο της Βουλής, Νιουτ Γκίνγκριτς, η βραδιά των εκλογών εξελίσσεται σε προσωπική πολιτική κρίση. Οι Ρεπουμπλικανοί κρατούν τον έλεγχο, αλλά χάνουν έδρες αντί να διευρύνουν την πλειοψηφία τους. Η προσδοκία μιας εκλογικής επικύρωσης της σκληρής γραμμής τους απέναντι στον Κλίντον διαψεύδεται.
Τρεις ημέρες αργότερα, στις 6 Νοεμβρίου, ο Γκίνγκριτς ανακοινώνει ότι αποχωρεί από την ηγεσία της Βουλής και δεν θα αναλάβει την έδρα του στο επόμενο Κογκρέσο. Η επιλογή του συνδέεται με την εσωκομματική αναταραχή που ακολουθεί τις εκλογικές απώλειες και με την αμφισβήτηση της στρατηγικής του. Το σκάνδαλο που οι Ρεπουμπλικανοί ήλπιζαν ότι θα πλήξει τον Κλίντον έχει πλέον γυρίσει και προς τον άνθρωπο που ηγείται της εκστρατείας τους.
Η διαδικασία, πάντως, συνεχίζεται. Στις 19 Δεκεμβρίου, η Βουλή εγκρίνει δύο άρθρα παραπομπής σε βάρος του Κλίντον, για ψευδορκία ενώπιον ομοσπονδιακού σώματος ενόρκων και παρεμπόδιση της δικαιοσύνης. Η Γερουσία τον αθωώνει τον Φεβρουάριο του 1999 και ο πρόεδρος παραμένει στο αξίωμα μέχρι τη λήξη της θητείας του.
Η κάλπη του 1998 δεν σταματά την παραπομπή, ούτε μετατρέπει τον Κλίντον σε πολιτικό νικητή χωρίς αστερίσκους. Αλλά καταγράφει μια σπάνια στιγμή στην αμερικανική πολιτική: ένα κόμμα επιχειρεί να επιβάλει στους ψηφοφόρους τη δική του ατζέντα και ανακαλύπτει, την ώρα της καταμέτρησης, ότι η χώρα δεν ακολουθεί το ίδιο σενάριο.
naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου