Νατάσα Στασινού • nstasinou@naftemporiki.gr
Η Ελλάδα μπαίνει στο δεύτερο μισό της δεκαετίας με μια εικόνα που πριν λίγα χρόνια θα έμοιαζε απίθανη: η αποκλιμάκωση του χρέους συνεχίζεται, ο πληθωρισμός υποχωρεί, ο τουρισμός στηρίζεται από τη διεθνή ζήτηση υπηρεσιών και η οικονομία έχει ήδη «τρέξει» ταχύτερα από την Ευρωζώνη από το 2021 και μετά.
Όμως η Oxford Economics, σε webinar στο οποίο συμμετείχε η Ναυτεμπορική, προειδοποιεί ότι το μοτίβο της ανάπτυξης έχει και ρίσκα: η εγχώρια ζήτηση «τραβάει» την οικονομία αλλά επιβαρύνει τις εισαγωγές, η επενδυτική ώθηση από το Ταμείο Ανάκαμψης (RRF) δεν είναι μόνιμη και το 2027 φαίνεται χρονιά επιβράδυνσης.
Η μηχανή της ανάπτυξης
Το βασικό σενάριο τγια την Ελλάδα, όπως το παρουσίασε ο Paolo Grignani, senior economist της Oxford Economics, βλέπει την εγχώρια ζήτηση ως τον κύριο οδηγό της μεγέθυνσης, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η «σύνθεση» του ΑΕΠ δεν είναι πάντα καθαρή, λόγω αναθεωρήσεων στους εθνικούς λογαριασμούς και ρόλου παραγόντων όπως τα αποθέματα και στατιστικές αποκλίσεις. Με απλά λόγια: η κατεύθυνση είναι θετική, αλλά το “μίγμα” χρειάζεται προσοχή στην ανάγνωση.
Ο τουρισμός παραμένει σταθερό στήριγμα. Η παγκόσμια ζήτηση για υπηρεσίες παραμένει υγιής και αυτό λειτουργεί ως «μαξιλάρι» για την ελληνική οικονομία. Οι αφίξεις διανυκτερευόντων τουριστών εμφανίζουν τη γνωστή δυναμική μετά την πανδημία, με την Ευρώπη να κρατά τον μεγαλύτερο ρόλο στη σύνθεση, ενώ οι προβλέψεις δείχνουν πιο ομαλούς ρυθμούς την περίοδο 2025-2027 σε σχέση με την εκρηκτική ανάκαμψη των προηγούμενων ετών.
Στο μέτωπο των τιμών, το μήνυμα είναι διπλό: ο πληθωρισμός συνεχίζει να πέφτει, πλησιάζοντας σταδιακά επίπεδα συμβατά με τον στόχο του 2%, αλλά οι πιέσεις δεν εξαφανίζονται. Η ανάλυση του δείκτη δείχνει ότι η ενέργεια δεν παίζει πια τον ίδιο αποσταθεροποιητικό ρόλο όπως στο σοκ του 2022, όμως ο «πυρήνας» (core) παραμένει κρίσιμος δείκτης για το πόσο γρήγορα σταθεροποιείται το κόστος στην οικονομία.

Ορόσημα μέσα στο 2026
Η Oxford Economics βλέπει το 2026 ως χρονιά που «γράφει» ορισμένα ορόσημα. Η πορεία της ανεργίας συνεχίζει πτωτικά, ενώ η πραγματική κατανάλωση ανά κάτοικο δείχνει να βελτιώνεται αισθητά σε σχέση με το τραύμα της δεκαετίας του 2010. Ταυτόχρονα, όπως υπενθύμισε ο Riccardo Canini, director της Oxford Economics, ο πληθυσμιακός παράγοντας (δημογραφικό) λειτουργεί ως διαρκές αντίβαρο: ακόμη κι όταν η συνολική κατανάλωση ανεβαίνει, η εξέλιξη «ανά κάτοικο» έχει τη δική της σημασία.
Στο πιο πολιτικά φορτισμένο μέγεθος, το δημόσιο χρέος, το μήνυμα είναι καθαρό: η Ελλάδα βαδίζει προς το να μην είναι πλέον η πιο χρεωμένη χώρα της Ευρωζώνης, καθώς ο λόγος χρέους/ΑΕΠ ακολουθεί πτωτική τροχιά στη δεκαετία, συγκλίνοντας προς τα επίπεδα άλλων μεγάλων οικονομιών.

Πιο χαμηλές ταχύτητες το 2027
Στην πρόβλεψη για το 2027, βρίσκεται ο βασικός αστερίσκος. Στην παρουσίαση, η Oxford Economics και το “consensus” εμφανίζονται πιο συντηρητικοί από ελληνικούς θεσμούς για την ανάπτυξη του 2026 και κυρίως του 2027. Οι ενδεικτικές εκτιμήσεις που παρουσιάζονται είναι:
2026: Oxford Economics περίπου 2,2%, το consensus γύρω στο 2,15%, η Τράπεζα της Ελλάδος περίπου 2,1%, ενώ το Υπουργείο Οικονομικών υψηλότερα, κοντά στο 2,4%.
2027: Oxford Economics περίπου 1,7%, το consensus γύρω στο 1,8%, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος διατηρεί υψηλότερη εκτίμηση κοντά στο 2,1%.

Οι λόγοι που προβάλλονται είναι τρεις:η δημοσιονομική πολιτική εκτιμάται ότι είναι πιο περιοριστική (και λόγω καλύτερων εσόδων, αλλά και λόγω υποεκτέλεσης δαπανών),
οι δημόσιες επενδύσεις ιστορικά δεν πιάνουν πάντα τους φιλόδοξους στόχους των προβλέψεων,
καθώς «σβήνει» η ώθηση του RRF/NextGenEU, η ιδιωτική επενδυτική ανάπτυξη τείνει να «ισιώσει» (flatten).
Η έως τώρα υπεραπόδοση
Σημειώνεται ότι η παρουσίαση καταγράφει ότι η Ελλάδα έχει υπεραποδώσει έναντι της Ευρωζώνης κατά σχεδόν 6% από το 2021, κυρίως χάρη σε ισχυρότερη ιδιωτική κατανάλωση και επενδύσεις. Ωστόσο, οι καθαρές εξαγωγές δεν είναι ο «ήρωας» της ιστορίας: στην Ευρωζώνη οι εξαγωγές τα πήγαν καλύτερα.
Η μεταποίηση εμφανίζεται ως βασικός παράγοντας της υπεραπόδοσης, με δείκτες όπως η βιομηχανική παραγωγή και η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του κλάδου να κινούνται ανοδικά από το 2019. Από την άλλη, η Oxford Economics προειδοποιεί ότι θα είναι δυσκολότερο να αυξηθεί περαιτέρω η απασχόληση: καθώς μειώνεται το «απόθεμα» ανεργίας και συρρικνώνεται ο πληθυσμός εργασιακής ηλικίας, το βάρος πέφτει περισσότερο στη συμμετοχή και την παραγωγικότητα.

Αργεί πολύ η σύγκλιση των μισθών
Παρά την υπεραπόδοση στους ρυθμούς ανάπτυξης, έχουμε μπροστά μας μαραθώνιο στο επίπεδο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ.
Σε ερώτηση της Ναυτεμπορικής για το πότε μπορούμε να δούμε την ψαλίδα στα επίπεδα μισθών και αγοραστικής δύναμης με την Ευρώπη να κλείνει, ο Riccardo Canini απάντησε: «Εκτιμούμε ότι οι μισθοί και η πραγματική αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα θα παραμείνουν διαρθρωτικά χαμηλότερα σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση, ακόμη και πολύ μετά το τέλος αυτής της δεκαετίας. Ακόμη κι αν λάβουμε υπόψη κάποιο ανοδικό ρίσκο στις αναπτυξιακές προοπτικές της Ελλάδας (αν δηλαδή υπερβούν τις εκτιμήσεις οι ρυθμοί ανάπτυξης), θεωρούμε ότι το χάσμα είναι ακόμη υπερβολικά μεγάλο για να κλείσει. Ωστόσο, εκτιμούμε ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να συγκλίνει προς τον μέσο όρο της ΕΕ.».
Οι μεγάλοι κίνδυνοι
Στα εναλλακτικά σενάρια, ο πιο επιβαρυντικός παράγοντας για τη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη είναι ένας πλήρης εμπορικός πόλεμος, με μέση αρνητική επίδραση περίπου -0,5 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως τα επόμενα τρία χρόνια (σε σχέση με το βασικό σενάριο). Ακολουθούν ένα τεχνολογικό “downturn” και μια πιο σφιχτή δημοσιονομική πολιτική (περίπου -0,3 μ.μ. το καθένα), ενώ ένα σενάριο “AI boom” δίνει θετική ώθηση περίπου +0,2 μ.μ..
Και πιο μακριά στον ορίζοντα, το δημογραφικό παραμένει ο «μεγάλος αντίπαλος»: η δυνητική ανάπτυξη, που τη δεκαετία του 2000 κινούνταν σε υψηλά επίπεδα, στη δεκαετία του 2010 πέρασε σε αρνητικό έδαφος, ενώ στις προβλέψεις μετά το 2030 βαίνει μειούμενη — με την προσφορά εργασίας να αφαιρεί ολοένα μεγαλύτερο κομμάτι από το δυνητικό ΑΕΠ.
Η πορεία της Ελλάδας δεν διαμορφώνεται σε κενό αέρος. Όπως εξήγησε ο Nicola Nobile, associate director της Oxford Economics, το διεθνές περιβάλλον παραμένει ρευστό, με τις εμπορικές εντάσεις και τους δασμούς να αποτελούν βασική πηγή αβεβαιότητας. Ένα σενάριο κλιμάκωσης εμπορικού πολέμου θα επιβράδυνε την παγκόσμια ανάπτυξη, θα πίεζε τις εξαγωγές και θα ενίσχυε τις πληθωριστικές διακυμάνσεις, επηρεάζοντας ιδιαίτερα ανοιχτές οικονομίες όπως οι ευρωπαϊκές.
Για την Ευρώπη, ο συνδυασμός χαμηλής δυνητικής ανάπτυξης, δημογραφικής γήρανσης και ενεργειακής μετάβασης περιορίζει τα περιθώρια δυναμικής επιτάχυνσης. Ταυτόχρονα, η δημοσιονομική πολιτική σε πολλές χώρες κινείται προς μεγαλύτερη πειθαρχία, μειώνοντας την ώθηση της δημόσιας δαπάνης.
Στον αντίποδα, η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί τον βασικό θετικό «άγνωστο Χ». Σε ένα σενάριο ευρείας και ταχείας υιοθέτησης, η αύξηση της παραγωγικότητας θα μπορούσε να ενισχύσει το ΑΕΠ, να στηρίξει τα πραγματικά εισοδήματα και να αμβλύνει μέρος των δημογραφικών πιέσεων. Ωστόσο, σε ένα πιο συντηρητικό σενάριο, τα οφέλη θα είναι σταδιακά και άνισα κατανεμημένα.
Η ισορροπία μεταξύ εμπορικών εντάσεων και τεχνολογικής επιτάχυνσης θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το εξωτερικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια.
Η παρουσίαση της Oxford Economics δίνει μια αισιόδοξη αλλά όχι ανέμελη ανάγνωση: η Ελλάδα έχει τις προϋποθέσεις να «γράψει» μια καλή δεκαετία, αν η επενδυτική ώθηση μετατραπεί σε διατηρήσιμη παραγωγικότητα, αν το δημοσιονομικό προφίλ παραμείνει σταθερό και αν οι εξωτερικοί κραδασμοί (εμπορικές συγκρούσεις, τεχνολογικοί κύκλοι) δεν εξελιχθούν στο δυσμενές σενάριο. Οι αριθμοί επιτρέπουν αισιοδοξία — αλλά οι αστερίσκοι είναι εκεί και δείχνουν πού κρίνεται το «στοίχημα» της δεκαετίας.
naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου