Η κληρονομιά της εξωτερικής πολιτικής του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ είναι πιθανό να καθοριστεί από το Ιράν. Αυτή τη στιγμή, τα πράγματα δεν φαίνονται καλά. Ο πόλεμος έχει ξεκινήσει ξανά, αλλά η Αμερική δεν διαθέτει ένα πειστικό σχέδιο νίκης.
Το αμερικανικό κατεστημένο εθνικής ασφάλειας ήδη χαμηλώνει τον πήχη για το τι μπορεί να θεωρηθεί «επιτυχία».
Στη συνάντηση του Φόρουμ Ασφαλείας του Άσπεν την περασμένη εβδομάδα, ο Mark Esper, υπουργός Άμυνας κατά την πρώτη θητεία Τραμπ, υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να διακηρύξουν την ικανοποίησή τους πετυχαίνοντας δύο βασικούς στόχους: πρώτον, την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ χωρίς την επιβολή διοδίων, και δεύτερον, την επιβολή περιορισμών στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, ανάλογων με εκείνους που είχε επιτύχει η διακυβέρνηση Ομπάμα. Με άλλα λόγια, ο στόχος της Αμερικής θα πρέπει απλώς να είναι η επαναφορά του πρότερου καθεστώτος (status quo).Ωστόσο, ακόμη και αυτοί οι μετριοπαθείς στόχοι φαντάζουν ανέφικτοι. Το Ιράν εμφανίζεται αποφασισμένο να επιβάλει διόδια στα πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ – και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς η Αμερική θα μπορέσει τελικά να το αποτρέψει. Η επιβολή διοδίων στο Ορμούζ αφενός θα απέφερε στην Τεχεράνη έσοδα δισεκατομμυρίων δολαρίων και αφετέρου θα της προσέφερε έναν μόνιμο μηχανισμό στραγγαλισμού του παγκόσμιου ενεργειακού εφοδιασμού.
Οι ΗΠΑ έχουν διακηρύξει επανειλημμένα ότι δεν πρόκειται να αποδεχθούν μια τέτοια εξέλιξη. Εντούτοις, η εντατικοποίηση των βομβαρδισμών είναι άκρως απίθανο να εξαναγκάσει το άνοιγμα των στενών, ενώ αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει καμία διάθεση στον Λευκό Οίκο για ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων. Ο συνταξιούχος Αμερικανός στρατηγός Barry McCaffrey εκτιμά ότι ένας χερσαίος πόλεμος για τον έλεγχο του Ορμούζ θα απαιτούσε δύναμη 600.000 στρατιωτών και θα μπορούσε να διαρκέσει έναν χρόνο. Στο μεταξύ, το Ιράν απάντησε στην τελευταία κλιμάκωση των επιχειρήσεων εξαπολύοντας επίθεση κατά της Σαουδικής Αραβίας για πρώτη φορά μετά από μήνες – μια ηχηρή υπενθύμιση του πόσο ευάλωτα είναι τα κράτη του Κόλπου σε πλήγματα κατά κρίσιμων υποδομών, όπως οι μονάδες αφαλάτωσης και οι πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.
Η διακυβέρνηση Τραμπ γνωρίζει ότι η απειλή από τους ιρανικούς πυραύλους και τα drones θα ενταθεί τα επόμενα χρόνια. Η Τεχεράνη έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να πλήξει μια ευρεία γκάμα στόχων – από το αεροδρόμιο του Ντουμπάι και τις εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) του Κατάρ, μέχρι αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην περιοχή (δύο Αμερικανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν στην Ιορδανία την Παρασκευή). Παράλληλα, οι Αμερικανοί αναλυτές στρατηγικής ανησυχούν ότι η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας των drones και των πυραύλων – σε συνδυασμό με την εκτεταμένη συνδρομή από τη Ρωσία και τη Κίνα – καθιστά πολύ πιθανό το Ιράν να διαθέτει σε λίγα χρόνια όπλα υψηλότερης ακρίβειας και μεγαλύτερου βεληνεκούς.
Στους στόχους που θα μπορούσαν τότε να καταστούν ευάλωτοι συγκαταλέγονται ο πυρηνικός αντιδραστήρας της Ντιμόνα στο Ισραήλ και η αμερικανική βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία, η οποία είναι ζωτικής σημασίας για την προβολή ισχύος των ΗΠΑ στον Ινδο – Ειρηνικό. Οι Ιρανοί εκτόξευσαν πυραύλους κοντά και στους δύο αυτούς στόχους νωρίτερα στη σύγκρουση, χωρίς επιτυχία· αυτό όμως θα μπορούσε να αλλάξει.
Πώς μπορεί, λοιπόν, να αντιδράσει η Αμερική σε αυτή τη ζοφερή προοπτική; Η αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι οι ΗΠΑ ενδέχεται να μην μπορέσουν ποτέ να περιορίσουν την Τεχεράνη μέσω διαπραγματεύσεων φέρνει εκ νέου στο προσκήνιο, στην Ουάσινγκτον, το σενάριο της αλλαγής καθεστώτος. Η ανατροπή της Ισλαμικής Δημοκρατίας αποτελούσε τον αρχικό στόχο του Τραμπ και του Ισραηλινού Πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου όταν ξεκίνησαν τον πόλεμο με το Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου. Ωστόσο, οι προσδοκίες τους ότι η στρατιωτική δράση θα πυροδοτούσε μια επιτυχημένη λαϊκή εξέγερση κατά της ιρανικής ηγεσίας διαψεύστηκαν γρήγορα.
Για λίγους μήνες, η ιδέα της αλλαγής καθεστώτος μπήκε στο αρχείο, καθώς οι ΗΠΑ επιχείρησαν να τερματίσουν τη σύγκρουση μέσω της διπλωματικής οδού. Τώρα όμως που η διπλωματία φαίνεται να έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο, ορισμένοι κύκλοι της διακυβέρνησης Τραμπ φλερτάρουν ξανά με το «Σχέδιο Α» – την ανατροπή δηλαδή του ιρανικού καθεστώτος.
Η πιο ορατή πτυχή αυτής της στρατηγικής είναι η εντατικοποίηση των οικονομικών πιέσεων στην Τεχεράνη. Ο αμερικανικός αποκλεισμός στις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου έχει τεθεί εκ νέου σε ισχύ. Οι Αμερικανοί εκτιμούν ότι —μέσα σε λίγους μήνες— θα μπορέσουν να στερέψουν το μεγαλύτερο μέρος των πετρελαϊκών εσόδων του Ιράν, προκαλώντας βαθιά οικονομική κρίση στο εσωτερικό του. Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη το κυνήγι για την εξεύρεση προσώπων μέσα από το καθεστώς που θα ήταν διατεθειμένα να συνεργαστούν με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι αυτό οδήγησε σε μια αποτυχημένη προσπάθεια προσέγγισης από πλευράς Ισραήλ του πρώην προέδρου του Ιράν, Mahmoud Ahmadi-Nejad — γνωστού για τις ακραίες, πολεμοχαρείς απειλές του κατά του εβραϊκού κράτους.
Ταυτόχρονα, η ιδέα υποκίνησης μιας εσωτερικής εξέγερσης στο Ιράν επανέρχεται στο τραπέζι. Στην αρχή της σύγκρουσης, το Ισραήλ είχε πιέσει για τον εξοπλισμό των Κούρδων — μια ιδέα που τότε απορρίφθηκε από την Ουάσινγκτον, αλλά τώρα ενδέχεται να αναβιώσει ελλείψει καλύτερων εναλλακτικών.
Η διστακτικότητα της Ουάσινγκτον να αποδεχθεί ότι το Ιράν μπορεί να εξέλθει από αυτόν τον πόλεμο ενισχυμένο είναι κατανοητή. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η προσπάθεια ανατροπής αυτού του σκηνικού εγκυμονεί τους δικούς της κινδύνους.
Κάθε κλίμακα αντιποίνων με το Ιράν προκαλεί νέα θύματα και απειλεί να εμπλέξει την Αμερική ακόμα βαθύτερα σε ένα νέο τέλμα στη Μέση Ανατολή. Εν τω μεταξύ, ο πόλεμος έχει ήδη εξαντλήσει με ταχείς ρυθμούς τα αμερικανικά οπλοστάσια. Όπως έχει αναφερθεί ευρέως, οι ΗΠΑ κατανάλωσαν το 30% των αποθεμάτων τους σε πυραύλους κρουζ Tomahawk και το 50% των αντιαεροπορικών πυραύλων Patriot μόλις τις πρώτες εβδομάδες της σύγκρουσης.
Πολλά από αυτά τα πυρομαχικά προορίζονταν για μια ενδεχόμενη σύγκρουση στην Ταϊβάν. Η αναπλήρωση του αμερικανικού οπλοστασίου μπορεί να απαιτήσει χρόνια, γεγονός που δημιουργεί ένα δυνητικό «παράθυρο ευκαιρίας» για τη Κίνα να αναλάβει στρατιωτική δράση. Ο πόλεμος με το Ιράν συνιστά αυτή τη στιγμή τη μεγαλύτερη διεθνή κρίση για την αμερικανική κυβέρνηση – ενδέχεται όμως να κυοφορεί τις προϋποθέσεις για μια ακόμη μεγαλύτερη κρίση στο μέλλον.
© The Financial Times Limited 2026. Όλα τα δικαιώματα διατηρούνται. Απαγορεύεται η αναδιανομή, αντιγραφή ή τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο. Το NEWS 24/7 φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την παρούσα μετάφραση και η Financial Times Limited δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ακρίβεια ή την ποιότητα της μετάφρασης.
news24/7.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου