Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Ο κρατικός καπιταλισμός είναι εδώ: Γερμανία και ΗΠΑ κάνουν κινήσεις που έως πρόσφατα ήταν αδιανόητες


Για δεκαετίες, η Γερμανία αποτελούσε το πρότυπο μιας οικονομίας όπου το κράτος έθετε τους κανόνες και η αγορά επέλεγε τους νικητές. Η κυβέρνηση παρενέβαινε όσο χρειαζόταν, αλλά σπάνια γινόταν μέρος του ίδιου του επιχειρηματικού παιχνιδιού.

Σήμερα, αυτή η φιλοσοφία αρχίζει να αλλάζει.

Η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς μόλις ανακοίνωσε ότι θα αποκτά απευθείας συμμετοχές σε startups αμυντικής τεχνολογίας μέσω της κρατικής αναπτυξιακής τράπεζας KfW, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου πακέτου περισσότερων από 150 μέτρων για την ενίσχυση της καινοτομίας και της ανταγωνιστικότητας της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης.

Η είδηση δεν αφορά όμως μόνο μερικές startups. Η σημασία της είναι πολύ μεγαλύτερη. Δεν πρόκειται απλώς για ένα νέο χρηματοδοτικό εργαλείο. Πρόκειται για μια αλλαγή νοοτροπίας.

Από ρυθμιστής γίνεται επενδυτής

Μέχρι σήμερα οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στήριζαν τις επιχειρήσεις μέσω επιδοτήσεων, φορολογικών κινήτρων ή προγραμμάτων έρευνας.

Η Γερμανία επιλέγει πλέον κάτι διαφορετικό. Το κράτος θα επενδύει απευθείας σε εταιρείες που αναπτύσσουν τεχνολογίες με στρατιωτικές εφαρμογές, θα διευκολύνει τη συμμετοχή τους σε δημόσιους διαγωνισμούς και θα επιταχύνει τις διαδικασίες για τις εξαγωγές τους.

Δεν θα είναι απλώς ο ρυθμιστής της αγοράς. Θα γίνει και μέτοχος.

Πίσω από την απόφαση δεν βρίσκεται μόνο η ανάγκη για περισσότερη χρηματοδότηση. Βρίσκεται μια νέα αντίληψη για την οικονομική ασφάλεια.

Το ίδιο το γερμανικό σχέδιο αναγνωρίζει ότι οι μεγάλοι γύροι χρηματοδότησης πραγματοποιούνται συχνά από ξένους επενδυτές, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια τεχνογνωσίας, θέσεων εργασίας και προστιθέμενης αξίας για τη Γερμανία και συνολικά για την Ευρώπη.

Η κυβέρνηση δεν μιλά απλώς για ανάπτυξη. Μιλά για τεχνολογική κυριαρχία.

Σε έναν κόσμο όπου οι ημιαγωγοί, η τεχνητή νοημοσύνη, τα drones και τα συστήματα άμυνας μετατρέπονται σε εργαλεία γεωπολιτικής ισχύος, η εξάρτηση από ξένα κεφάλαια θεωρείται πλέον στρατηγικός κίνδυνος.
Η Αμερική άνοιξε τον δρόμο

Η γερμανική πρωτοβουλία δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός. Έρχεται να προστεθεί σε μια τάση που ξεκίνησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Για δεκαετίες η Ουάσιγκτον υπερασπιζόταν την ιδέα ότι η αγορά είναι εκείνη που κατανέμει αποτελεσματικότερα τα κεφάλαια και επιλέγει τους νικητές. Τα τελευταία χρόνια, όμως, η φιλοσοφία αυτή έχει υποχωρήσει μπροστά στις απαιτήσεις της γεωπολιτικής και του ανταγωνισμού με την Κίνα.

Με το CHIPS and Science Act, η κυβέρνηση Μπάιντεν διέθεσε πάνω από 52 δισ. δολάρια για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής ημιαγωγών, ενώ μέσω του Inflation Reduction Act κινητοποίησε εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια για επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια, τις μπαταρίες, το υδρογόνο και τις κρίσιμες τεχνολογίες. Το κράτος δεν περιορίστηκε στη δημιουργία ενός ευνοϊκού πλαισίου· άρχισε να κατευθύνει ενεργά ιδιωτικά κεφάλαια προς συγκεκριμένους κλάδους.

Η κυβέρνηση Τραμπ συνεχίζει στον ίδιο δρόμο – και μάλιστα με ακόμη περισσότερη φόρα. Η Intel αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Η αμερικανική κυβέρνηση απέκτησε μετοχικό μερίδιο 9,9% και ενέκρινε δισεκατομμύρια δολάρια σε επιχορηγήσεις και δάνεια για την κατασκευή νέων εργοστασίων στις ΗΠΑ, θεωρώντας ότι η παραγωγή προηγμένων μικροτσίπ αποτελεί πλέον ζήτημα εθνικής ασφάλειας και όχι απλώς επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Αντίστοιχα, κρατική στήριξη έχουν λάβει εταιρείες όπως η TSMC, η Samsung, η Micron και άλλοι μεγάλοι παίκτες που επενδύουν σε αμερικανικό έδαφος.

Η λογική είναι κοινή: το κράτος δεν αντικαθιστά την αγορά, αλλά αναλαμβάνει να μειώσει το επενδυτικό ρίσκο σε τομείς που θεωρεί στρατηγικούς. Και όταν χρειάζεται, επιλέγει ποιες τεχνολογίες και ποιες επιχειρήσεις θα στηρίξει.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδοτεί την παραγωγή μικροτσίπ, μπαταριών και κρίσιμων πρώτων υλών. Η Γαλλία ακολουθεί εδώ και χρόνια μια πιο παρεμβατική βιομηχανική πολιτική.
Μια νέα εποχή

Οι σημερινές κυβερνήσεις αποφεύγουν τις εθνικοποιήσεις και την απόκτηση του πλήρους ελέγχου των εταιρειών. Ωστόσο, κάνουν κάτι που μέχρι πρόσφατα θα θεωρούνταν σχεδόν αδιανόητο τόσο στη Γερμανία όσο και στις ΗΠΑ. Χρησιμοποιούν το Δημόσιο ως επενδυτή επιχειρηματικού κινδύνου, επιλέγοντας κλάδους και εταιρείες που θεωρεί στρατηγικής σημασίας.

Το κράτος παύει να είναι μόνο διαιτητής. Γίνεται και παίκτης.

Μετά την πανδημία, τον πόλεμο στην Ουκρανία, την κρίση στην Ερυθρά Θάλασσα, τη σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν και τον παγκόσμιο ανταγωνισμό με την Κίνα, η γεωπολιτική έχει επιστρέψει στο επίκεντρο της οικονομίας.

Και μαζί της επιστρέφει και το κράτος. Όχι ως ιδιοκτήτης των πάντων, όπως στον 20ό αιώνα. Αλλά ως στρατηγικός επενδυτής, χρηματοδότης και προστάτης τεχνολογιών που θεωρούνται κρίσιμες για την εθνική ασφάλεια και την οικονομική ισχύ.

naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου