Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026
Βρετανία: Δανείζεται με το «απαγορευτικό» 6% και νοσταλγεί την ΕΕ – Μπορεί το Breturn να σβήσει την κρίση;
Νατάσα Στασινού • nstasinou@naftemporiki.gr
Σχεδόν τρεις δεκαετίες πίσω γύρισε την Πέμπτη το κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού της Βρετανίας. Η απόδοση του 30ετούς κρατικού ομολόγου ξεπέρασε το 6%, για πρώτη φορά από το 1998, καθιστώντας τη χώρα την πρώτη μεγάλη οικονομία του G7 που περνά αυτό το όριο μετά την κορύφωση της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης.
Και την ίδια ακριβώς στιγμή που οι αγορές στέλνουν έναν τόσο ηχηρό λογαριασμό στο Λονδίνο, επιστρέφει στο προσκήνιο ένα σενάριο που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε πολιτικά απαγορευμένο: η αντιστροφή του Brexit. Το «Breturn» μπορεί να απέχει χρόνια – εάν συμβεί ποτέ. Για τη στερλίνα, τις βρετανικές μετοχές και το περιβόητο «Brexit discount», όμως, η συζήτηση έχει ήδη αρχίσει.
Η απόδοση του 30ετούς gilt αυξήθηκε κατά έξι μονάδες βάσης, φθάνοντας στο 6,01%, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάρτιο του 1998.
Η Βρετανία γίνεται έτσι η πρώτη χώρα του G7 που βλέπει το κόστος δανεισμού της σε τόσο μακρινή διάρκεια να περνά το 6% μετά το 2012.
Η προηγούμενη ήταν η Ιταλία, όταν η κρίση κρατικού χρέους και τραπεζών συγκλόνιζε την Ευρωζώνη και οδήγησε τελικά την ΕΚΤ σε δραστικές παρεμβάσεις για την προστασία του ευρώ.
Η σημερινή Βρετανία ασφαλώς δεν είναι η Ιταλία του 2012. Το ορόσημο, ωστόσο, δείχνει πόσο δραματικά έχει αλλάξει η τιμή του χρήματος.
Γιατί η Βρετανία δέχεται μεγαλύτερη πίεση
Το βρετανικό sell-off αποτελεί μέρος της παγκόσμιας καταιγίδας στα ομόλογα. Το αμερικανικό κρατικό ομόλογο 10ετους διάρκειας είδε σήμερα, Πέμπτη, την απόδοσή του να εκτινάσσεται στο 5,33%, υψηλό από το 2002, ενώ έντονες πιέσεις δέχονται και τα γαλλικά ομόλογα.
Η Βρετανία όμως έχει έναν ιδιαίτερα δυσμενή συνδυασμό: μεγάλη εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια και ήδη πιεσμένα δημόσια οικονομικά.
Με το Brent πάνω από τα 100 δολάρια, οι αγορές φοβούνται ότι το ενεργειακό σοκ θα κρατήσει τον πληθωρισμό ψηλά και θα αναγκάσει τις κεντρικές τράπεζες να σφίξουν ακόμη περισσότερο τη νομισματική πολιτική.
Η αγορά swaps τιμολογεί πλέον τέσσερις αυξήσεις επιτοκίων από την Τράπεζα της Αγγλίας έως το τέλος του 2027.
Και για το βρετανικό Δημόσιο αυτό σημαίνει έναν ολοένα βαρύτερο λογαριασμό.
Ο δεύτερος μεγαλύτερος λογαριασμός του κράτους
Οι δαπάνες εξυπηρέτησης του βρετανικού χρέους είναι ήδη, σύμφωνα με τα κυβερνητικά στοιχεία που επικαλείται το Bloomberg, η δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία κρατικών δαπανών μετά την Υγεία.
Το Office for Budget Responsibility προβλέπει μάλιστα ότι θα συνεχίσουν να αυξάνονται τα επόμενα χρόνια.
Η νέα άνοδος των αποδόσεων έρχεται σε εξαιρετικά δύσκολη στιγμή για τον πρωθυπουργό Άντι Μπέρναμ και τον υπουργό Οικονομικών Τζον Χίλι, μόλις τέσσερις εβδομάδες πριν παρουσιάσουν, στις 28 Οκτωβρίου, τον πρώτο τους προϋπολογισμό.
Όσο ακριβότερα δανείζεται το κράτος, τόσο περισσότερο περιορίζεται ο δημοσιονομικός χώρος για τις υπόλοιπες πολιτικές του.
Και κάπου εδώ η ιστορία των ομολόγων συναντά μια πολύ μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική συζήτηση.
Από το Brexit στο… «Breturn»
Ο Μπέρναμ έκανε αυτή την εβδομάδα κάτι που μέχρι πρόσφατα δύσκολα θα έκανε Βρετανός πρωθυπουργός: έβαλε ανοιχτά στο τραπέζι όλες τις επιλογές για τη μελλοντική σχέση της χώρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Από στενότερη συνεργασία έως επιστροφή στην ενιαία αγορά ή την τελωνειακή ένωση – ακόμη και νέα αίτηση πλήρους ένταξης.
Η βασική του διαπίστωση ήταν εξίσου ευθεία: «Το Brexit έκανε περισσότερο κακό παρά καλό».
Δεν πρόκειται για ανακοίνωση επιστροφής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ούτε για διαδικασία που, ακόμη και αν αποφασιζόταν, θα μπορούσε να ολοκληρωθεί σύντομα.
Ο ίδιος ο Μπέρναμ έχει τοποθετήσει τη συζήτηση στο πλαίσιο ενός δεκαετούς σχεδίου για τη χώρα και έχει καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε απόφαση για νέο δημοψήφισμα βρίσκεται πολύ μακριά.
Όμως για τις αγορές υπάρχει μια σημαντική διαφορά: δεν χρειάζεται να πραγματοποιηθεί το Breturn για να αρχίσει να τιμολογείται.
Το «Brexit discount»
Η στερλίνα ήταν ένα από τα μεγαλύτερα θύματα του δημοψηφίσματος του 2016. Η σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία της κατέρρευσε κατά 14% μέσα στους τρεις μήνες που ακολούθησαν την ψήφο υπέρ της εξόδου.
Χρειάστηκε περίπου μία δεκαετία για να επιστρέψει κοντά στα προ του δημοψηφίσματος επίπεδα, ενώ εξακολουθεί να βρίσκεται περίπου 10% χαμηλότερα έναντι ευρώ και δολαρίου.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η συζήτηση γύρω από τις βρετανικές μετοχές. Για χρόνια οι επενδυτές μιλούν για «Brexit discount», το χάσμα δηλαδή ανάμεσα στις αποτιμήσεις των βρετανικών επιχειρήσεων και εκείνων της Ευρωζώνης – και ακόμη περισσότερο της Wall Street.
Μια αξιόπιστη πορεία οικονομικής επαναπροσέγγισης με την Ε.Ε. θα μπορούσε, σύμφωνα με αναλυτές, να αρχίσει να περιορίζει αυτό το discount πολύ πριν τεθεί ζήτημα πλήρους επανένταξης.
Ο Κρις Τέρνερ της ING εκτιμά ότι οποιαδήποτε κίνηση της Βρετανίας προς επιστροφή στην Ε.Ε. πιθανότατα θα αντιμετωπιζόταν θετικά από την αγορά συναλλάγματος, αν και υπογραμμίζει ότι απέχουμε χρόνια από οποιαδήποτε σαφή κατάληξη.
Πόσο κόστισε η έξοδος
Πίσω από τη νέα πολιτική συζήτηση βρίσκεται και ένας οικονομικός απολογισμός δέκα ετών. Το βρετανικό Office for Budget Responsibility εκτιμά μακροπρόθεσμη επίπτωση περίπου 4 ποσοστιαίων μονάδων στην παραγωγικότητα και περίπου 15% χαμηλότερες εισαγωγές και εξαγωγές σε σχέση με την πορεία που θα είχαν χωρίς Brexit.
Άλλες εκτιμήσεις τοποθετούν το συνολικό πλήγμα στο ΑΕΠ ακόμη υψηλότερα, αν και η ακριβής απομόνωση της επίδρασης του Brexit είναι δύσκολη λόγω της πανδημίας και των αλλεπάλληλων κρίσεων που μεσολάβησαν.
Η Deutsche Bank, χρησιμοποιώντας ένα μοντέλο σύγκρισης της Βρετανίας με μια υποθετική οικονομία που θα είχε ακολουθήσει παρόμοια πορεία χωρίς Brexit, έχει υπολογίσει σωρευτική απώλεια ΑΕΠ έως και 4%.
Και πλέον υπάρχει και πολιτικό υπόβαθρο για τη συζήτηση.
Δημοσκόπηση της YouGov έδειξε ότι 55% θεωρεί το Brexit «λάθος στροφή», έναντι 21% που πιστεύει το αντίθετο. Δημοσκόπηση της Ipsos είχε καταγράψει 52% υπέρ μιας νέας αίτησης ένταξης και 33% υπέρ της παραμονής εκτός Ε.Ε.
Η Ευρώπη αφήνει την πόρτα ανοιχτή
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά της Μάγχης. Η Βρετανία δεν μπορεί να επιστρέψει μονομερώς στην Ευρωπαϊκή Ένωση και μια νέα διαδικασία ένταξης θα απαιτούσε συμφωνία των κρατών-μελών.
Οι πρώτες αντιδράσεις πάντως έχουν ενδιαφέρον. Ο Εμανουέλ Μακρόν χαρακτήρισε ενδεχόμενη επιστροφή της Βρετανίας «πολύ καλά νέα», ξεκαθαρίζοντας ταυτόχρονα ότι δεν μπορεί να υπάρξει συμμετοχή à la carte, με το Λονδίνο να επιλέγει ποιες ευρωπαϊκές ελευθερίες και υποχρεώσεις αποδέχεται.
Ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ ήταν ακόμη πιο θερμός: «Θα ανοίγαμε την αγκαλιά μας στη Βρετανία».
6% σήμερα, Ευρώπη αύριο;
Η χρονική σύμπτωση είναι εντυπωσιακή. Την ώρα που το βρετανικό 30ετές περνά το 6%, η στερλίνα υποχωρεί σε χαμηλό τριών μηνών και ο νέος πρωθυπουργός προετοιμάζει έναν δύσκολο προϋπολογισμό, η χώρα αρχίζει ξανά να συζητά τη στρατηγική επιλογή που καθόρισε την οικονομική της πορεία την τελευταία δεκαετία.
Το Breturn δεν αποτελεί λύση για το πετρέλαιο των 100 δολαρίων, τον σημερινό πληθωρισμό ή τον λογαριασμό τόκων του βρετανικού Δημοσίου.
Θα μπορούσε όμως να αλλάξει κάτι διαφορετικό: τον τρόπο με τον οποίο οι διεθνείς επενδυτές βλέπουν τη μακροπρόθεσμη θέση της Βρετανίας.
Ο οικονομολόγος Ανατόλ Καλέτσκι της GaveKal Research θεωρεί ότι η παρέμβαση Μπέρναμ μπορεί να αποδειχθεί σημείο καμπής για τη βρετανική οικονομία και στήριγμα για το βρετανικό ενεργητικό.
Ίσως γι’ αυτό τα δύο φαινομενικά διαφορετικά γεγονότα αυτής της εβδομάδας –το 6% στα gilts και η επιστροφή της Ευρώπης στην πολιτική συζήτηση– συνδέονται περισσότερο απ’ όσο φαίνεται.
Οι αγορές δείχνουν στη Βρετανία πόσο ακριβό έχει γίνει το παρόν της. Και το Λονδίνο αρχίζει, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, να συζητά εάν ένα μέρος της απάντησης για το μέλλον του βρίσκεται ξανά στην Ευρώπη.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου