Ραλλού Αλεξοπούλου • ralexopoulou@naftemporiki.gr
Υπέρ των στοχευμένων παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση των υψηλών τιμών στην ενέργεια τάσσεται ο επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ) Γιάννης Τσουκαλάς.
Παρουσιάζοντας την τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου αναφέρθηκε στο ενδεχόμενο να υπάρξει μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία μέσω ενεργοποίησης ρήτρας διαφυγής. Όπως τόνισε η Ευρώπη θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική απέναντι σε τέτοιες κινήσεις καθώς ναι μεν όλες οι χώρες πιέζονται σε δημοσιονομικό επίπεδο, ορισμένες μάλιστα καταγράφουν σημαντικά ελλείμματα, όμως, εάν αυτό συνεχιστεί για μήνες και ενεργοποιείται η ρήτρα διαφυγής, τότε μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο η αξιοπιστία της Ευρώπης απέναντι στις αγορές.
Όσον αφορά την Ελλάδα, ο κ. Τσουκαλάς δεν παρέλειψε να αναφερθεί στο γεγονός ότι ο δημοσιονομικός χώρος είναι περιορισμένος μετά και τις ανακοινώσεις των μέτρων στη ΔΕΘ. Την ώρα μάλιστα που οι ευρωπαϊκές χώρες η μία μετά την άλλη βλέπουν τον πληθωρισμό να αυξάνεται μήνα με το μήνα, σημείωσε ότι στη χώρα μας το 2026 δεν εκτιμάται να ειναι κάτω από το 3,2% αποφεύγοντας να κάνει εκτίμηση για το 2027. Δεν απέκλεισε μάλιστα το ενδεχόμενο να καταγραφεί μία νέα αναζωπύρωση των τιμών στα τρόφιμα, παρά τη συγκράτηση που παρατηρείται τους τελευταίους μήνες.
Ανθεκτικά τα ελληνικά ομόλογα
Η κλιμάκωση που καταγράφεται στις αγορές κρατικών ομολόγων, αυξάνοντας όλο και περισσότερο το κόστος δανεισμού για τις χώρες, δεν αφήνει ανεπηρέαστα τα ελληνικά ομόλογα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις στα ομόλογα των ΗΠΑ, της Γερμανίας, Γαλλίας, Ιαπωνίας και Ηνωμένου Βασιλείου έχουν εκτοξευθεί σε επίπεδα που είχαν να βρεθούν από τις αρχές τις δεκαετίας του 2000 ή και νωρίτερα σε ορισμένες περιπτώσεις.
Οι πιέσεις αυτές αντανακλούν την άνοδο των τιμών ενέργειας, την αβεβαιότητα για την επιμονή του πληθωρισμού και τις ανησυχίες των επενδυτών για το αυξημένο δημόσιο χρέος μεγάλων οικονομιών, με την ΕΚΤ μάλιστα να προχωρά το Σεπτέμβριο σε μία ακόμα αύξηση επιτοκίων κατά 0,25%.
Σύμφωνα με ανάλυση του ΓΠΚΒ με βάση τις ημερήσιες αποδόσεις 10ετών ομολόγων δέκα χωρών της Ευρωζώνης και την αντίδρασή τους στις πιο ταραχώδεις ημέρες των αγορών πριν και μετά την πανδημία:τα ελληνικά ομόλογα, την περίοδο της πανδημίας, ήταν τα πιο ευάλωτα στην Ευρωζώνη, με αντίδραση υπερδιπλάσια από εκείνη των αμέσως επόμενων χωρών.
μετά το 2022 η ευαισθησία τους υποχώρησε δραστικά, και σήμερα η Ελλάδα κινείται παράλληλα με την Ιταλία και την Πορτογαλία.
Καθοριστικός παράγοντας της βελτίωσης που καταγράφηκε, ήταν οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις οι οποίες συνέβαλαν στην ενίσχυση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας. «Η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και η μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ κατά περίπου 34 ποσοστιαίες μονάδες, η μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών του δείγματος, περιόρισαν το πριμ αβεβαιότητας που απαιτούν οι επενδυτές» τονίζεται στην έκθεση.
Το ίδιο μοτίβο παρατηρείται σε όλη την Ευρωζώνη. Οι χώρες που μείωσαν περισσότερο το χρέος τους είδαν μεγαλύτερη σταθεροποίηση της απόδοσης των ομολόγων τους, ενώ χώρες με αυξανόμενο χρέος, όπως η Γαλλία και η Φινλανδία, δεν παρουσίασαν βελτίωση. Η βελτίωση αυτή, ωστόσο, τελεί υπό όρους και πρέπει να διαφυλαχθεί. «Καθώς το ελληνικό χρέος περνά σταδιακά από τον επίσημο στον ιδιωτικό τομέα, οι αγορές θα γίνονται πιο ευαίσθητες στις δημοσιονομικές επιλογές της χώρας. Η πορεία του λόγου χρέους/ΑΕΠ εξαρτάται όμως και από την ανάπτυξη».
Επομένως, η δημοσιονομική πειθαρχία πρέπει να συνοδεύεται από μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις που ενισχύουν το αναπτυξιακό δυναμικό της οικονομίας σημειώνει το ΓΠΚΒ.
Η πορεία της ελληνικής οικονομίας
Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται με ρυθμό σαφώς υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) κατέγραψε αύξηση 1,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2025 σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ενώ το αντίστοιχο μέγεθος στην Ευρωζώνη είναι 1,2%.
Σε αυτή την επίδοση συνετέλεσαν η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης (1,7%), η αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών (2,2% συνολικά, μείωση 3,1% για υπηρεσίες και αύξηση 6,6% για αγαθά) και η αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης (1,0%). Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 6,1% με αύξηση σε όλες τις κύριες συνιστώσες. Αρνητική για τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ ήταν η συμβολή της αύξησης των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών (3,7% συνολικά, αύξηση 8,3% για υπηρεσίες και 2,0% για αγαθά). Η βασική εκτίμηση του Γραφείου για τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας το 2026, παραμένει στο 1,9%, με εύρος πρόβλεψης από 1,7% έως 2,0%.
Η αναζωπύρωση των γεωπολιτικών διενέξεων στη Μέση Ανατολή επανέφερε την αυξημένη αβεβαιότητα για τη διάρκεια της κρίσης στην περιοχή και για την ομαλοποίηση των ενεργειακών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ. Ως αποτέλεσμα, η καμπύλη των τιμών ενέργειας παραμένει σημαντικά υψηλότερα από τα προ της σύγκρουσης επίπεδα και η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού έχει ανακοπεί.
Πρόσφατα και ενώ εκδηλώνονταν διεθνώς πιέσεις στις αγορές κρατικών ομολόγων, η πιστοληπτική εικόνα της Ελλάδας βελτιώθηκε περαιτέρω. Οι οίκοι Morningstar DBRS, Rating and Investment (R&I) και Moody’s διατήρησαν τη βαθμίδα αξιολόγησης, αναβαθμίζοντας όμως τις προοπτικές της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θετικές, ενώ η Scope προχώρησε σε αναβάθμιση της βαθμίδας από BBB σε BBB+. «Ως κύριοι λόγοι αναφέρονται η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, η προσήλωση στη δημοσιονομική σύνεση, η νέα δυναμική των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, οι βελτιούμενοι δείκτες του τραπεζικού συστήματος και η ανθεκτικότητα της οικονομίας στα διαδοχικά εξωγενή σοκ» επισημαίνει η έκθεση του ΓΠΚΒ.
Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών διευρύνθηκε την περίοδο Ιανουαρίου – Ιουλίου 2026 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, η εξέλιξη αυτή δεν αντανακλά επιδείνωση των θεμελιωδών μεγεθών του εξωτερικού τομέα. Ειδικότερα, το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών που αποτυπώνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, βελτιώθηκε αισθητά, καθώς οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο από εκείνον των εισαγωγών, με σημαντική συμβολή των ταξιδιωτικών εισπράξεων.
Ο πληθωρισμός ανήλθε τον Αύγουστο του 2026 στο 3,7%, παραμένοντας υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (3,2%). Όπως επισημάνθηκε και στην Έκθεση του Ιουνίου, η επιμονή αυτής της απόκλισης εξακολουθεί να αποτελεί πηγή προβληματισμού, καθώς διαβρώνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και επιβαρύνει το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών.
naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου