Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Μάντσεστερ Σίτι: Πολύ μεγάλη για να διαλυθεί


 Μόλις λίγες ώρες αφότου η Premier League απήγγειλε κατηγορίες στη Μάντσεστερ Σίτι για περισσότερες από 100 παραβιάσεις των οικονομικών της κανόνων στις αρχές του 2023, ο πρόεδρος του ποδοσφαιρικού συλλόγου είχε μια σημαντική συνάντηση στο ημερολόγιό του.

Ο Καλντούν αλ-Μουμπάρακ (Khaldoon al-Mubarak), ο οποίος είναι διευθύνων σύμβουλος και της Mubadala, του κρατικού επενδυτικού ταμείου του Αμπού Ντάμπι,

επρόκειτο να συναντηθεί με τον Τζέρεμι Χαντ (Jeremy Hunt), τότε υπουργό Οικονομικών του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η συνάντηση αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας για την αποκατάσταση εμπιστοσύνης, λιγότερο από πέντε μήνες μετά την καταστροφή που προκάλεσε ο μη χρηματοδοτούμενος «μίνι προϋπολογισμός» της πρώην πρωθυπουργού Λιζ Τρας.

Στελέχη του βρετανικού Υπουργείου Οικονομικών σημείωσαν εξαρχής ότι το θέμα του ποδοσφαίρου έπρεπε να μείνει εκτός συζήτησης. Ενοχλημένος όμως από τη μεταχείριση προς την ομάδα του, ο Μουμπάρακ έθεσε το ζήτημα ούτως ή άλλως, σύμφωνα με δύο άτομα που γνώριζαν το περιεχόμενο της συνάντησης.

Συγκεκριμένα, περιέγραψε την κατάσταση ως μια επίθεση σε ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο του Αμπού Ντάμπι από ένα ανεξέλεγκτο καρτέλ, και ως προσβολή για ορισμένες από τις πιο σεβαστές εταιρείες του εμιράτου, όπως πρόσθεσε ένα από τα ίδια άτομα.

Ο Χαντ τόνισε ότι η Premier League ήταν ανεξάρτητη και επανέφερε τη συζήτηση στις επενδύσεις. Όμως τα αιχμηρά σχόλια του Μουμπάρακ κατέστησαν σαφές ότι τα δύο αυτά ζητήματα δεν θα διαχωρίζονταν εύκολα.

Η διαπλοκή των κρατικών υποθέσεων με εκείνες ενός ποδοσφαιρικού συλλόγου αναδεικνύει το πόσο βαθιά έχει μεταμορφώσει το άθλημα η κρατικά υποστηριζόμενη ιδιοκτησία της Μάντσεστερ Σίτι – με προεκτάσεις που αγγίζουν τις διεθνείς σχέσεις, τις επενδύσεις αλλά και τους ίδιους τους κανόνες του παιχνιδιού.

Στον απόηχο μιας καταδικαστικής έκθεσης για τις οικονομικές πρακτικές του συλλόγου την περασμένη εβδομάδα, η βρετανική κυβέρνηση καλείται τώρα να προστατεύσει την ανεξαρτησία των θεσμών της χώρας, διατηρώντας παράλληλα καλές σχέσεις με έναν από τους σημαντικότερους συμμάχους της στον αραβικό κόσμο.

«Όλο το ζήτημα της ιδιοκτησίας και ο τρόπος με τον οποίο έχει εξελιχθεί το ποδόσφαιρο τα τελευταία 20 χρόνια βρίσκεται πλέον στο τραπέζι», δήλωσε ο Ντέιβιντ Μπέρνσταϊν (David Bernstein), πρώην πρόεδρος της Σίτι. «Όπου εισρέουν αμύθητα ποσά, εμφανίζονται και τεράστια προβλήματα. Το ερώτημα τώρα είναι: «μήπως η Σίτι είναι πολύ μεγάλη για να αποτύχει;».

Από το 2008-09 η Μάντσεστερ Σίτι έχει ξοδέψει περισσότερα σε παίκτες από ό,τι η Ρεάλ Μαδρίτης και η Μπαρτσελόνα μαζί.
Από το 2008-09 η Μάντσεστερ Σίτι έχει ξοδέψει περισσότερα σε παίκτες από ό,τι η Ρεάλ Μαδρίτης και η Μπαρτσελόνα μαζί. FT/TRANSFERMARKT

Η Σίτι ανήκει στον Σεΐχη Μανσούρ (Sheikh Mansour), μέλος της βασιλικής οικογένειας του Αμπού Ντάμπι, από το 2008 και αποτελεί πλέον τον πυρήνα μιας παγκόσμιας ποδοσφαιρικής αυτοκρατορίας που ελέγχει δώδεκα συλλόγους σε όλο τον κόσμο.

Με την ισχυρή οικονομική του στήριξη, η ομάδα έσπασε το κατεστημένο της παραδοσιακής ελίτ του αθλήματος και χάρισε στο αγγλικό ποδόσφαιρο μερικές από τις πιο αξιομνημόνευτες στιγμές του – όπως το δραματικό φινάλε της σεζόν 2011-12, όταν το γκολ του Αργεντινού επιθετικού Σέρχιο Αγκουέρο στις καθυστερήσεις χάρισε στην ομάδα τον πρώτο της τίτλο στην Premier League.

Ο σύλλογος λειτούργησε ως η βασική επένδυση για ένα ευρύτερο έργο αστικής ανάπλασης υπό την ηγεσία του Αμπού Ντάμπι, το οποίο μεταμόρφωσε ριζικά μια υποβαθμισμένη περιοχή του Μάντσεστερ σε μια περιοχή με νέες κατοικίες, γραφεία και χώρους ψυχαγωγίας. Η Σίτι προβλήθηκε ως υποδειγματικό μοντέλο προσέλκυσης ξένων επενδύσεων, τόσο από την κεντρική κυβέρνηση όσο και από τον πρώην δήμαρχο της πόλης, Άντι Μπέρναμ (Andy Burnham), σημερινό πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η εξαγορά της Σίτι από τον Σεΐχη Μανσούρ αποτέλεσε επίσης σημείο καμπής για τον παγκόσμιο αθλητισμό. Σηματοδότησε μια νέα εποχή κατά την οποία κράτη, κυρίως από τον Περσικό Κόλπο, χρησιμοποίησαν τον αθλητισμό ως πλατφόρμα άσκησης «ήπιας ισχύος» (soft power).

Στα χρόνια που ακολούθησαν, το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία εξαγόρασαν επίσης ποδοσφαιρικούς συλλόγους, εντάχθηκαν μαζί με το Αμπού Ντάμπι στο καλεντάρι της Formula 1, υπέγραψαν εκατοντάδες χορηγικές συμφωνίες και εξασφάλισαν τη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου της FIFA. Είναι χαρακτηριστικό ότι στους τρεις από τους τέσσερις τελευταίους τελικούς του Champions League, το τρόπαιο κατακτήθηκε από ομάδες που χρηματοδοτούνται από κεφάλαια του Κόλπου.

Όμως, η θριαμβευτική νίκη της Σίτι το 2012 – και οι πολυάριθμοι τίτλοι που ακολούθησαν – σκιάζονται πλέον από ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα οικονομικής απάτης στην ιστορία του αθλητισμού.

Οπαδοί πανηγυρίζουν τον τίτλο του 2012
Οπαδοί πανηγυρίζουν τον τίτλο του 2012 AP PHOTO Dave Thompson

Η έκθεση που δημοσιοποίησε την περασμένη εβδομάδα μια ανεξάρτητη επιτροπή διαπίστωσε ότι η Σίτι χρησιμοποίησε «εικονικές» συμβάσεις για να διογκώσει τα έσοδά της και να αποκρύψει έξοδα ύψους άνω των 900 εκατομμυρίων λιρών μεταξύ 2009 και 2018, ώστε να δαπανήσει για μεταγραφές πολύ περισσότερα από όσα επιτρέπονταν.

Αν ο σύλλογος είχε τηρήσει τους κανόνες, ο Αγκουέρο ενδεχομένως να μην είχε αγωνιστεί ποτέ σε εκείνο το παιχνίδι και η Σίτι να μην είχε αναδειχθεί ποτέ πρωταθλήτρια.

«Δεν υπήρξε ποτέ ουσιαστικός διάλογος μεταξύ των ομάδων για το αν έπρεπε να επιτρέψουμε την είσοδο σε κρατικά υποστηριζόμενους ιδιοκτήτες», δήλωσε ανώτερο στέλεχος του αγγλικού ποδοσφαίρου. «Κοιτάζοντας πίσω, μήπως υποτιμήσαμε κάποια πράγματα; Κατηγορηματικά ναι».

Η εποχή των αμύθητων κεφαλαίων

Η Σίτι ήταν παραδοσιακά η «μικρή» και λιγότερο προβεβλημένη ομάδα του Μάντσεστερ. Τα δεδομένα άλλαξαν μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ταϊλάνδη το 2006, όταν ο πρωθυπουργός Ταξίν Σιναουάτρα (Thaksin Shinawatra) ανατράπηκε και κατέφυγε στο εξωτερικό. Το 2007 εξαγόρασε τη Σίτι, με τους οπαδούς – που δυσκολεύονταν να προφέρουν το όνομά του – να τον αποκαλούν χαϊδευτικά “Frank Sinatra”.

Όταν τα νομικά μπλεξίματα του Ταξίν στην Ταϊλάνδη επιδεινώθηκαν, ο σύλλογος βγήκε στο σφυρί μόλις έναν χρόνο αργότερα. Δύο διαμεσολαβητές ανέλαβαν δράση: η Βρετανίδα χρηματίστρια Αμάντα Στέιβλι (Amanda Staveley) και ο Σουλεϊμάν αλ Φαχίμ (Sulaiman al-Fahim), ένας μεγιστάνας ακινήτων και MME από τα Εμιράτα, γνωστός για την εξωφρενική ζωή του, τα πολυτελή σπορ αυτοκίνητα και τις συναναστροφές του με διασημότητες όπως η Παμέλα Άντερσον.

Οι δυο τους κανόνισαν την πώληση του συλλόγου στον Σεΐχη Μανσούρ, υψηλόβαθμο μέλος της βασιλικής οικογένειας του Αμπού Ντάμπι, σε μια συμφωνία που έκλεισε μόλις τρεις ημέρες μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008. Έναν μήνα αργότερα, η Στέιβλι διαπραγματευόταν μια ασύγκριτα μεγαλύτερη συμφωνία, βάσει της οποίας επενδυτές από το Αμπού Ντάμπι διοχέτευσαν πάνω από 3 δισεκατομμύρια λίρες στην Barclays, την ώρα που η βρετανική τράπεζα πάλευε να αποφύγει την κρατική διάσωση.

Ενώ η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση βρισκόταν στο κορύφωμά της, τα κρατικά ταμεία του Περσικού Κόλπου ισχυροποιούνταν, τοποθετώντας τεράστια κεφάλαια σε τράπεζες και επιχειρήσεις που πλήττονταν.

Η διαδικασία έγκρισης νέων ιδιοκτητών από την Premier League ξεκινούσε τότε με διερευνητικές επαφές με το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών και το Υπουργείο Επιχειρήσεων, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπήρχαν πολιτικά κολλήματα για την είσοδο του εκάστοτε αγοραστή στη χώρα.

Στην περίπτωση του Σεΐχη Μανσούρ, η απάντηση από την κυβέρνηση των Εργατικών υπό τον Γκόρντον Μπράουν (Gordon Brown) – στην οποία συμμετείχαν ο υπουργός Επιχειρήσεων Πίτερ Μάντελσον (Peter Mandelson) και ο Μπέρναμ, τότε νεαρός υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού – ήταν ένα κατηγορηματικό «ναι».

Thaksin Shinawatra και Khaldoon al-MubarakThaksin Shinawatra και Khaldoon al-Mubarak AP

Το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελούσε μαγνήτη για τα παγκόσμια κεφάλαια. Το κρατικό ταμείο του Κατάρ, που είχε επίσης συμμετάσχει στη διάσωση της Barclays, είχε ήδη αποκτήσει σημαντικό μερίδιο στην αλυσίδα σουπερμάρκετ Sainsbury’s και επένδυε σε εμβληματικά ακίνητα όπως ο ουρανοξύστης The Shard.

Το ποδόσφαιρο προσέφερε μια εξαιρετικά ελκυστική βιτρίνα: ο Ρώσος ολιγάρχης Ρομάν Αμπράμοβιτς είχε αγοράσει την Τσέλσι το 2003, ενώ η αμερικανική οικογένεια Γκλέιζερ (Glazer) απέκτησε τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 2005.

«Η νοοτροπία της Premier League ήταν ότι όποιος έχει χρήματα είναι ευπρόσδεκτος. Ολιγάρχες, κρατικά ταμεία, ολόκληρες χώρες – περάστε μέσα», σχολίασε το ανώτερο ποδοσφαιρικό στέλεχος. «Η κουλτούρα της χώρας ήταν να τους υποδέχεται με ανοιχτές αγκάλες, και το ποδόσφαιρο απλώς καθρέφτιζε το έθνος».

Το Αμπού Ντάμπι, η πρωτεύουσα των ΗΑΕ που διαχειρίζεται κρατικά επενδυτικά κεφάλαια ύψους σχεδόν 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, επέμενε πάντα ότι η αγορά της Σίτι ήταν μια αμιγώς ιδιωτική επιχειρηματική κίνηση.

Ωστόσο, καθώς η ιδιοκτησία του συλλόγου προσέλκυε αυξανόμενο – και συχνά ανεπιθύμητο – έλεγχο προς το παραδοσιακά συντηρητικό εμιράτο, ο Φαχίμ παραμερίστηκε. Την επίβλεψη του εγχειρήματος ανέλαβε ο Μουμπάρακ, ένας από τους πλέον ισχυρούς αξιωματούχους του Αμπού Ντάμπι.

Ο Φαχίμ φυλακίστηκε αργότερα στα ΗΑΕ επειδή υπεξαίρεσε 5 εκατομμύρια λίρες από τη σύζυγό του για να χρηματοδοτήσει την αγορά της Πόρτσμουθ, της οποίας διετέλεσε ιδιοκτήτης για μόλις έξι εβδομάδες το 2009, πριν ο σύλλογος καταρρεύσει οικονομικά.

Παρά το νεαρό της ηλικίας του (ήταν μόλις πάνω από 30 όταν ανέλαβε την προεδρία), ο Μουμπάρακ ήταν ήδη ένα αναδυόμενο αστέρι και ένας από τους πιο ισχυρούς τεχνοκράτες του Αμπού Ντάμπι, διαχειριζόμενος χαρτοφυλάκια δισεκατομμυρίων. Παράλληλα, αποτελούσε έμπιστο συνεργάτη του Σεΐχη Μοχάμεντ μπιν Ζαγέντ αλ Ναχιάν (γνωστού ως MBZ), τότε πρίγκιπα διαδόχου και αρχιτέκτονα των φιλόδοξων αναπτυξιακών σχεδίων του κρατιδίου.

Μεταξύ 2012-13 και 2023-24, η Μάντσεστερ Σίτι συγκέντρωσε βαθμούς γρηγορότερα από τους περισσότερους αντιπάλους της στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις συλλόγων.
Μεταξύ 2012-13 και 2023-24, η Μάντσεστερ Σίτι συγκέντρωσε βαθμούς γρηγορότερα από τους περισσότερους αντιπάλους της στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις συλλόγων. FT

Το ποδόσφαιρο άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο. Σε ανοιχτή επιστολή με την οποία ανακοίνωνε την εξαγορά – και τη μεταγραφή-ρέκορ του Βραζιλιάνου Ρομπίνιο έναντι άνω των 30 εκατ. λιρών- ο Σεΐχης Μανσούρ περιέγραψε το φιλόδοξο όραμά του:

«Κατανοούμε ότι απαιτείται χρόνος για να χτιστεί μια ομάδα ικανή να καθιερωθεί στην πρώτη τετράδα της Premier League και να διακριθεί στην Ευρώπη», έγραφε. «Το βλέπουμε ως μια υγιή επιχειρηματική επένδυση. Γνωρίζουμε όμως ότι πρέπει να επενδύσουμε σοβαρά κεφάλαια για να φτάσει ο σύλλογος εκεί που πιστεύουμε ότι ανήκει».

Οι νέοι ιδιοκτήτες είχαν ήδη ένα έτοιμο προσχέδιο. Υπό τον Αμπράμοβιτς, η Τσέλσι κατέκτησε δύο συνεχόμενα πρωταθλήματα μόλις δύο χρόνια μετά την εξαγορά της. Αντίθετα, τη στιγμή της μεταβίβασης, η Σίτι βρισκόταν μόλις στην 20ή θέση στην Ευρώπη βάσει εσόδων, σύμφωνα με τη Deloitte.

«Εντοπίσαμε μια ευκαιρία και την αδράξαμε», είχε δηλώσει ο Μουμπάρακ στον δημοσιογράφο Ντέιβιντ Κον (David Conn). «Μια ομάδα μεσαίας κατηγορίας θα μετατραπεί σε κορυφαίο κλαμπ χάρη στους οικονομικούς πόρους που διαθέτουμε».

O Sheikh Mansour στη ΣίτιO Sheikh Mansour στη Σίτι AP

Το χρήμα άρχισε να ρέει άφθονο, με μεταγραφές αιχμής όπως αυτή του Κάρλος Τέβες (41 εκατ. λίρες), και η Σίτι άρχισε να σκαρφαλώνει στον βαθμολογικό πίνακα. Από τότε, ο σύλλογος έχει δαπανήσει 4,5 δισ. ευρώ σε μεταγραφές (σύμφωνα με το Transfermarkt) και έχει εισπράξει περίπου 1,9 δισ. ευρώ από πωλήσεις. Το μεταγραφικό της έλλειμμα σε αυτό το διάστημα είναι το μεγαλύτερο από οποιουδήποτε άλλου συλλόγου στον κόσμο.

Η Σίτι εξελίχθηκε ταχύτατα σε ένα κομβικό project για τη διαμόρφωση της διεθνούς εικόνας του Αμπού Ντάμπι. Η εξαγορά συνέπεσε με τα μεγαλόπνοα σχέδια του MBZ, που περιελάμβαναν τη διοργάνωση αγώνα της Formula 1 και την ίδρυση παραρτημάτων του Λούβρου και του Γκουγκενχάιμ. Οι κυριότεροι χορηγοί της Σίτι, όπως η αεροπορική Etihad και η εταιρεία τηλεπικοινωνιών Etisalat, είναι είτε κρατικές επιχειρήσεις είτε ελέγχονται από κρατικά ταμεία στα οποία προεδρεύουν μέλη της βασιλικής οικογένειας.

Ταυτόχρονα, οι επενδύσεις διοχετεύτηκαν στο ανατολικό Μάντσεστερ, καθιστώντας την πόλη ως τον κορυφαίο προορισμό ξένων άμεσων επενδύσεων στη Βρετανία, εκτός Λονδίνου. Η μητρική εταιρεία της Σίτι αναφέρει ότι έχει επενδύσει πάνω από 1 δισ. λίρες στην περιοχή για την κατασκευή κατοικιών, γραφείων και ενός νέου πολυχώρου συναυλιών, ενώ μόλις πρόσφατα εγκαινιάστηκε ένα νέο ξενοδοχείο 401 δωματίων.

Αυτή η οικονομική ένεση ενίσχυσε το προφίλ του Μάντσεστερ ως πρότυπου οικονομικής ανάπτυξης – μια επιτυχία που εξαργύρωσε πολιτικά ο Άντι Μπέρναμ στην πορεία του προς την πρωθυπουργία.

Η αρχή της διολίσθησης

Πίσω από τη λαμπερή εικόνα, η διοίκηση της Σίτι διαπίστωσε νωρίς ότι το εγχείρημα απαιτούσε πολλά περισσότερα κεφάλαια από όσα υπολόγιζε. Η έκθεση της ανεξάρτητης επιτροπής σημειώνει ότι ήδη από τα τέλη του 2009, ο σύλλογος δυσκολευόταν να εξασφαλίσει τα αναμενόμενα έσοδα από χορηγίες και προέβλεπε μεγάλες ζημίες για τα επόμενα χρόνια.

Υπήρχε έντονος φόβος για την καταγραφή της μεγαλύτερης ετήσιας οικονομικής ζημίας στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου. Ο ιδιοκτήτης έπρεπε να εισφέρει τεράστια ποσά για να διατηρηθεί το μεταγραφικό πλάνο, γεγονός όμως που θα παραβίαζε τους νέους κανόνες του Financial Fair Play της UEFA.

Σύμφωνα με την επιτροπή, στις αρχές του 2010 τα στελέχη του συλλόγου επινόησαν ένα «σχήμα συγκαλυμμένης χρηματοδότησης». Μέσω αυτού, οι απευθείας ενισχύσεις κεφαλαίου από τον ιδιοκτήτη εμφανίζονταν στα λογιστικά βιβλία ως εμπορικά έσοδα από χορηγούς. Η επιτροπή διαπίστωσε ότι από τα 950 εκατ. λίρες που δηλώθηκαν ως εμπορικά έσοδα την περίοδο 2009-2018, μόλις τα 119,25 εκατ. λίρες προέρχονταν πραγματικά από τους χορηγούς.

Οι ισχυρισμοί αναφέρουν ότι η Μάντσεστερ Σίτι χρηματοδότησε ακατάλληλα τις συμφωνίες χορηγίας της με κεφάλαια που συνδέονται με τους ιδιοκτήτες της.
Οι ισχυρισμοί αναφέρουν ότι η Μάντσεστερ Σίτι χρηματοδότησε ακατάλληλα τις συμφωνίες χορηγίας της με κεφάλαια που συνδέονται με τους ιδιοκτήτες της. FT

Η διοίκηση της Σίτι αρνείται κατηγορηματικά τις κατηγορίες, έχει ήδη υποβάλει έφεση και δηλώνει αποφασισμένη να εξαντλήσει κάθε ένδικο μέσο. «Η σταθερή θέση του συλλόγου είναι ότι το πόρισμα περιέχει θεμελιώδη σφάλματα νόμου, ουσίας και γεγονότων και είναι νομικά μετέωρο», αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση.

Οι σκιές γύρω από τα οικονομικά της Σίτι υπήρχαν σχεδόν από την αρχή της ιστορίας. Το 2009, ο τότε προπονητής της Άρσεναλ, Αρσέν Βενγκέρ (Arsène Wenger), είχε κατηγορήσει τη Σίτι για «οικονομικό ντόπινγκ», ενώ το 2011 ζήτησε την παρέμβαση της UEFA για τον έλεγχο των χορηγιών της.

Παρόλα αυτά, το project της Σίτι έτυχε της πλήρους στήριξης της βρετανικής κυβέρνησης. Στα εγκαίνια της νέας ακαδημίας της ομάδας, ο τότε υπουργός Οικονομικών Τζορτζ Όσμπορν (George Osborne) είχε χαρακτηρίσει τη συνεργασία του Δήμου του Μάντσεστερ με το επενδυτικό fund του Αμπού Ντάμπι ως «πρότυπο συμπράξεων δημοσίου και ιδιωτικού τομέα».

Την επόμενη χρονιά, ο πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον και ο Μουμπάρακ ξενάγησαν τον Κινέζο Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ στις εγκαταστάσεις του συλλόγου, σε μια επίσκεψη που έκλεισε με μια διάσημη “selfie” με τον Αγκουέρο. Το 2015, κινεζική επενδυτική κοινοπραξία εξαγόρασε μερίδιο στη Σίτι, το οποίο μεταβίβασε λίγα χρόνια αργότερα.

Παράλληλα, οι ιδιοκτήτες της Σίτι άπλωσαν τα δίχτυα τους παγκοσμίως, εξαγοράζοντας ομάδες σε Ισπανία, Αυστραλία και ΗΠΑ και δημιουργώντας το City Football Group, ένα δίκτυο με συμμετοχή σε πάνω από 12 συλλόγους.

Βλέποντας την προβολή του Αμπού Ντάμπι, οι γείτονες στον Περσικό Κόλπο ακολούθησαν το παράδειγμά του. Το 2010, το Κατάρ εξασφάλισε τη διοργάνωση του Μουντιάλ 2022 – μια απόφαση που προκάλεσε σοκ και πυροδότησε μεγάλη αμερικανική έρευνα για διαφθορά στη FIFA.

Λίγο αργότερα, το κρατικό ταμείο του Κατάρ εξαγόρασε τη γαλλική Παρί Σεν Ζερμέν (PSG), διοχετεύοντας τεράστια κεφάλαια. Στα 15 χρόνια που ακολούθησαν, η PSG κατέκτησε 12 πρωταθλήματα Γαλλίας.

Το 2018, οι φήμες που αιωρούνταν γύρω από τη Σίτι ξέσπασαν τελικά, αφού ο Πορτογάλος χάκερ Ρούι Πίντο (Rui Pinto) απέκτησε πρόσβαση σε έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εστάλησαν από τον Σάιμον Πιρς (Simon Pearce), μέλος του διοικητικού συμβουλίου του συλλόγου και σύμβουλο του Μουμπάρακ.

Ο Πίντο τα μοιράστηκε με το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel, το οποίο στη συνέχεια δημοσίευσε μια σειρά άρθρων που ισχυρίζονταν ότι ο σύλλογος είχε διογκώσει τα έσοδα από χορηγίες και είχε αποκρύψει πληρωμές. Τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ των στελεχών υποδήλωναν επίσης μια κουλτούρα ατιμωρησίας και την αίσθηση ότι οι κανόνες δεν ίσχυαν για αυτούς.

Η Uefa ξεκίνησε άλλη μια έρευνα και το 2020 απέκλεισε τη Σίτι από το Champions League για δύο χρόνια. Ωστόσο, ο σύλλογος προσέφυγε στο Αθλητικό Διαιτητικό Δικαστήριο (CAS) και πέτυχε την ακύρωση της ποινής.

Την περασμένη εβδομάδα, ο Χαβιέρ Τέμπας (Javier Tebas), πρόεδρος του ισπανικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου, περιέγραψε την απόφαση του δικαστηρίου το 2020 ως «βαθιά εσφαλμένη» και «εξαιρετικά επιζήμια για την αξιοπιστία του συστήματος οικονομικού ελέγχου του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου». Ο ίδιος προειδοποιεί εδώ και καιρό για τους κινδύνους που αντιμετωπίζει το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο από την αδυναμία ελέγχου των «κρατικών συλλόγων».

Στα χρόνια που μεσολάβησαν από την ετυμηγορία, η επιρροή του Κόλπου στον αθλητισμό έχει αυξηθεί.

O Nasser al-Khelaifi της Saint-Germain
O Nasser al-Khelaifi της Saint-Germain AP Heinz-Peter Bader

Το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία εντάχθηκαν αμφότερες στο ημερολόγιο αγώνων της F1 το 2021, την ίδια χρονιά που το Ταμείο Δημοσίων Επενδύσεων της Σαουδικής Αραβίας απέκτησε τη Νιούκαστλ Γιουνάιτεντ. Σαουδαραβικές οντότητες έχουν πλέον περισσότερες από 300 συμφωνίες χορηγίας στον αθλητισμό, σύμφωνα με έκθεση του 2023 από την ερευνητική ομάδα Play the Game, που σχετίζονται με την πυγμαχία, το τένις και όχι μόνο.

Παρόλο που ορισμένες αθλητικές δαπάνες έχουν περιοριστεί από την αρχή του πολέμου στη Μέση Ανατολή – ιδιαίτερα η επένδυση του Ριάντ στο τουρνουά LIV Golf που έχει πλέον ναυαγήσει – η σημασία της περιοχής για τον παγκόσμιο αθλητισμό προβλέπεται να διαρκέσει για καιρό. Η Σαουδική Αραβία θα ακολουθήσει τα βήματα του Κατάρ όταν φιλοξενήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο το 2034 και έχει εξετάσει το ενδεχόμενο μιας ολυμπιακής υποψηφιότητας. Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή επιβεβαίωσε την υποψηφιότητα του Κατάρ για τους Αγώνες του 2036 αυτή την εβδομάδα.

“Στη σωστή πλευρά του Μπαμπά”

Η έρευνα της ίδιας της Premier League για τα οικονομικά της Σίτι ξεκίνησε το 2018. Αλλά η πρόοδος ήταν βασανιστικά αργή: χρειάστηκε να φτάσουμε στον Φεβρουάριο του 2023 για να απαγγελθούν κατηγορίες στη Σίτι για 115 παραβιάσεις των οικονομικών κανόνων της και να παραπεμφθεί ο σύλλογος σε ανεξάρτητη επιτροπή.

Η ετυμηγορία χρειάστηκε άλλα τρεισήμισι χρόνια για να εκδοθεί, αλλά ήταν κατηγορηματική: η επιτροπή έκρινε τον σύλλογο ένοχο για σχεδόν όλες τις κατηγορίες.

Ο Ρίτσαρντ Μάστερς (Richard Masters), ο οποίος έγινε διευθύνων σύμβουλος της Premier League λίγο πριν ξεκινήσει η έρευνα, δήλωσε ότι η υπόθεση ήταν «μακρά και δύσκολη», αλλά επίσης ζωτικής σημασίας για την προστασία της ακεραιότητας της διοργάνωσης.

Τα ευρήματα στρέφουν το μέλλον της Σίτι προς την αβεβαιότητα. Οι πιθανές κυρώσεις κυμαίνονται από πρόστιμα και αφαιρέσεις βαθμών έως και αποβολή από την Premier League. Με βάση τον καταδικαστικό τόνο της έκθεσης, πολλοί νομικοί εμπειρογνώμονες αναμένουν ότι η τιμωρία θα είναι αυστηρή.

Ορισμένοι αναρωτιούνται αν αυτοί που διοικούν αυτή τη στιγμή τη Σίτι μπορούν να επιβιώσουν. Ο νέος ρυθμιστής ποδοσφαίρου του Ηνωμένου Βασιλείου υποσχέθηκε την περασμένη εβδομάδα να χρησιμοποιήσει τις εξουσίες του για να αξιολογήσει την καταλληλότητα των ιδιοκτητών, των διευθυντών και των στελεχών «στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπάρχουν σαφή στοιχεία για παράνομη δραστηριότητα από συγκεκριμένα άτομα».

Έρλινγκ ΧάλαντΈρλινγκ Χάλαντ AP PHOTO Dave Thompson

Ένα άτομο κοντά στη Σίτι δήλωσε ότι οι ιδιοκτήτες ήταν αρχικά αποφασισμένοι να παραμείνουν, αλλά σημείωσε ότι η αντίδραση των φιλάθλων προς την ετυμηγορία ήταν πιο αμφίσημη από ό,τι αναμενόταν.

«Πρέπει να θέσετε τώρα το ερώτημα: θα ήθελαν οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες να συνεχίσουν;» λέει ο Μπέρνσταϊν, του οποίου η θητεία ως προέδρου της Σίτι έληξε το 2003. «Αυτό που ήταν κάποτε μια υπέροχη ευκαιρία για δημόσιες σχέσεις (PR) για αυτούς, τώρα είναι μια καταστροφή».

Ο Μπέρναμ, ο οποίος είναι και ο ίδιος θερμός οπαδός του ποδοσφαίρου, δήλωσε στο BBC την περασμένη εβδομάδα ότι θα ανησυχούσε «πραγματικά» αν οι ιδιοκτήτες της Σίτι πουλούσαν ή εξαναγκάζονταν σε αποχώρηση, περιγράφοντάς τους ως «τεράστιο εταίρο στην οικοδόμηση του σύγχρονου Μάντσεστερ». Η Ντάουνινγκ Στριτ αποστασιωποιήθηκε αργότερα από αυτές τις δηλώσεις.

Στέλεχος διεθνούς εμβέλειας σε σύλλογο της Premier League σχολιάζει χαρακτηριστικά για τη σχέση Βρετανίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων: «Στο τέλος της ημέρας, οφείλετε να τα έχετε καλά με τον “Μπαμπά”».

Παράγοντας της βρετανικής κυβέρνησης που βρίσκεται κοντά στις συνομιλίες με τους ιδιοκτήτες υποβαθμίζει πάντως τους φόβους για ευρύτερους τριγμούς, προσθέτοντας: «Πρόκειται για σοβαρούς ανθρώπους που κατανοούν το πολιτικό μας σύστημα».

Παράλληλα, πρώην κυβερνητικός αξιωματούχος του Ηνωμένου Βασιλείου επιμένει πως «το σενάριο να αποσύρουν ξαφνικά τα ΗΑΕ τις επενδύσεις τους από τη χώρα είναι εντελώς διογκωμένο». Παρόλα αυτά, οι πιο πρόσφατες βρετανικές κυβερνήσεις επιζητούν μανιωδώς τα κεφάλαια του Κόλπου – ειδικά στη μετά Brexit εποχή – και η συγκεκριμένη διαμάχη ενδέχεται να επισκιάζει τις σχέσεις των δύο χωρών για το προσεχές μέλλον.

Έπειτα από ένα καλοκαίρι κατά το οποίο το παγκόσμιο ποδόσφαιρο βυθίστηκε σε έναν ακήρυχτο «εμφύλιο» – με φόντο τις καταγγελίες για πολιτικές παρεμβάσεις στη διαιτησία του Μουντιάλ και μια επενδυτική συμφωνία που τελικά κατέρρευσε – ορισμένοι βλέπουν την υπόθεση της Μάντσεστερ Σίτι ως το τελευταίο σημάδι ενός αθλήματος που έχει χαθεί σε έναν κόσμο χρημάτων.

«Δεν έχω νιώσει ποτέ ξανά τόσο απελπισμένος για το μέλλον του αθλήματος», εξομολογείται το ανώτατο ποδοσφαιρικό στέλεχος. «Θεωρώ ότι το ποδόσφαιρο είναι πλέον εκτεθειμένο με τρόπο που δεν έχει υπάρξει ποτέ στο παρελθόν».

Πρόσθετο ρεπορτάζ από τους Andrew England, Caroline Binham, Lucy Fisher και George Parker

newsbeast.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου