Μια υπόθεση εργασίας για το 2028 και το 2033. Η τρίτη θητεία του Ερντογάν, η διατήρηση της πολιτικής του κληρονομιάς και το ενδεχόμενο μιας ελεγχόμενης μεταβίβασης της εξουσίας στον ισχυρότερο αντίπαλό του.
Του Δρα Δημ. Σταθακόπουλου
Η συζήτηση για την επόμενη ημέρα στην
Τουρκία επικεντρώνεται συνήθως στα πρόσωπα που θα μπορούσαν να διαδεχθούν τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από το εσωτερικό του κυβερνώντος AKP. Τα ονόματα του υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, του γιου του Μπιλάλ Ερντογάν και του γαμπρού του Σελτσούκ Μπαϊρακτάρ έχουν επανειλημμένα εμφανιστεί στις σχετικές αναλύσεις.Υπάρχει, ωστόσο, ένα διαφορετικό σενάριο, πολιτικά πιο σύνθετο και ασφαλώς περισσότερο υποθετικό: μήπως ο ίδιος ο Ερντογάν, αφού εξασφαλίσει μια ακόμη προεδρική θητεία, επιδιώξει τελικά να παραδώσει την εξουσία όχι σε έναν δικό του άνθρωπο, αλλά στον Εκρέμ Ιμάμογλου, υπό όρους που θα διασφαλίζουν τη συνέχεια του συστήματος που οικοδόμησε;
Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι μια τέτοια συνεννόηση έχει συζητηθεί ή συμφωνηθεί. Αξίζει, όμως, να εξεταστεί ως υπόθεση εργασίας, διότι φωτίζει μια διαφορετική διάσταση του τουρκικού ζητήματος της διαδοχής: όχι μόνο ποιος θα κυβερνήσει μετά τον Ερντογάν, αλλά και πώς θα μπορούσε ο ίδιος να αποχωρήσει χωρίς να διακινδυνεύσει όσα θεωρεί πολιτική και στρατηγική παρακαταθήκη του.
Το 2028 ως αφετηρία μιας πενταετούς μετάβασης
Το πρώτο βήμα του σεναρίου αφορά το άρθρο 116 του τουρκικού Συντάγματος. Η διάταξη προβλέπει ότι, εάν η Εθνοσυνέλευση αποφασίσει, με πλειοψηφία τριών πέμπτων των μελών της, την ανανέωση των εκλογών κατά τη δεύτερη προεδρική θητεία, ο Πρόεδρος μπορεί να είναι εκ νέου υποψήφιος.
Πρόκειται για μια συγκεκριμένη συνταγματική οδό, η οποία έχει ήδη εισέλθει στη δημόσια πολιτική συζήτηση στην Τουρκία. Ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί έχει υποστηρίξει την ανάγκη σχετικής κοινοβουλευτικής απόφασης, ώστε να καταστεί δυνατή μια νέα υποψηφιότητα του Ερντογάν το 2028.
Επομένως, το πρώτο σκέλος της υπόθεσης είναι σαφές: ο Ερντογάν επιδιώκει και εξασφαλίζει νέα θητεία, η οποία θα του δώσει χρόνο μέχρι το 2033 για να διαχειριστεί τη διαδοχή.
Η νέα θητεία δεν θα αποτελούσε απλώς παράταση της προσωπικής του εξουσίας. Θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να αποτελέσει και περίοδο προετοιμασίας της επόμενης ημέρας. Διότι το πρόβλημα του Ερντογάν δεν είναι μόνο να βρει έναν διάδοχο. Είναι να βρει κάποιον που θα μπορεί να κυβερνήσει, να διατηρήσει τη συνοχή του κράτους και να αποτρέψει μια ανεξέλεγκτη αναμέτρηση των κέντρων ισχύος μετά την αποχώρησή του.
Γιατί όχι ένας διάδοχος από το AKP;
Η προσωποποίηση της τουρκικής εξουσίας γύρω από τον Ερντογάν έχει δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο πρόβλημα διαδοχής. Ο Πρόεδρος δεν είναι απλώς ο επικεφαλής μιας κυβέρνησης ή ενός κόμματος. Είναι ο βασικός άξονας γύρω από τον οποίο συνδέονται η κομματική ηγεσία, η εκτελεστική εξουσία, η εξωτερική πολιτική και σημαντικά τμήματα του κρατικού μηχανισμού.
Η ανάδειξη ενός διαδόχου από το AKP δεν εγγυάται αυτομάτως ότι αυτός θα διαθέτει την προσωπική επιρροή του Ερντογάν. Ούτε αποκλείει συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών ομάδων που θα διεκδικήσουν ρόλο στην επόμενη ημέρα.
Ένας διάδοχος από το οικογενειακό περιβάλλον του Προέδρου θα μπορούσε να προσφέρει συνέχεια, αλλά θα έπρεπε να αποκτήσει δική του πολιτική νομιμοποίηση. Ένας ισχυρός κυβερνητικός παράγοντας, όπως ο Χακάν Φιντάν, θα διέθετε εμπειρία στον κρατικό μηχανισμό, αλλά θα έπρεπε επίσης να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές ισορροπίες και τον ανταγωνισμό.
Εδώ εμφανίζεται το παράδοξο: ο άνθρωπος που θα μπορούσε να διασφαλίσει την πολιτική συνέχεια του Ερντογάν ενδέχεται να μην είναι εκείνος που βρίσκεται πιο κοντά του κομματικά ή οικογενειακά. Θα μπορούσε να είναι εκείνος που διαθέτει την ισχυρότερη κοινωνική και εκλογική νομιμοποίηση.
Ο Ιμάμογλου ως πιθανός φορέας μιας ελεγχόμενης διαδοχής
Ο Εκρέμ Ιμάμογλου έχει αναδειχθεί σε κεντρικό αντίπαλο του Ερντογάν. Η εκλογική του απήχηση, η πολιτική του παρουσία στην Κωνσταντινούπολη και η ανάδειξή του από το CHP ως προεδρικού υποψηφίου τον έχουν καταστήσει σημαντικό παράγοντα της τουρκικής πολιτικής.
*Ήδη έχει ιδρύσει το Yeni Parti με τον Özel.
Η σύλληψή του, η δικαστική του περιπέτεια και η ακύρωση του πανεπιστημιακού του τίτλου έχουν δημιουργήσει σοβαρά εμπόδια στην πολιτική του διαδρομή. Η δυνατότητα συμμετοχής του σε μελλοντικές προεδρικές εκλογές δεν μπορεί, συνεπώς, να θεωρηθεί δεδομένη.
Ας υποθέσουμε, όμως, ότι το 2033 ο Ιμάμογλου εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρή κοινωνική απήχηση, έχει ξεπεράσει τα νομικά εμπόδια και μπορεί να διεκδικήσει την Προεδρία με σοβαρές πιθανότητες εκλογικής επικράτησης.
Θα μπορούσε τότε ο Ερντογάν να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι προτιμότερο να διαπραγματευθεί μαζί του, παρά να επιχειρήσει να επιβάλει έναν διάδοχο που ενδέχεται να μην μπορεί να ελέγξει πολιτικά ή να μην μπορεί να κερδίσει την κοινωνία;
Η υπόθεση αυτή προϋποθέτει μια σημαντική μεταβολή της οπτικής του Ερντογάν. Ο Ιμάμογλου δεν θα αντιμετωπιζόταν πλέον αποκλειστικά ως αντίπαλος που πρέπει να εξουδετερωθεί, αλλά ως ενδεχόμενος συνομιλητής για μια συμφωνημένη μετάβαση.
Μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε θεωρητικά να περιλαμβάνει εγγυήσεις για τη συνέχεια βασικών στρατηγικών επιλογών της Τουρκίας, τη θεσμική σταθερότητα και την αποφυγή μιας συνολικής εκκαθάρισης του απερχόμενου πολιτικού συστήματος.
Το βαθύ κράτος ως εγγυητής
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της υπόθεσης εργασίας.
Ο όρος «βαθύ κράτος» χρησιμοποιείται συχνά αδιακρίτως, σαν να περιγράφει έναν ενιαίο μηχανισμό με κοινή βούληση και δυνατότητα να εκτελεί εντολές. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Στην Τουρκία υπάρχουν υπηρεσίες ασφαλείας και πληροφοριών, στρατιωτικοί και διοικητικοί μηχανισμοί, δικαστικές δομές, οικονομικά συμφέροντα και δίκτυα επιρροής, τα οποία δεν είναι κατ’ ανάγκην ταυτόσημα ούτε λειτουργούν πάντοτε συντονισμένα.
Στο υποθετικό σενάριο, η αποστολή αυτών των παραγόντων δεν θα ήταν απλώς να υποστηρίξουν έναν υποψήφιο. Θα ήταν να διασφαλίσουν ότι η μετάβαση από τον Ερντογάν στον Ιμάμογλου δεν θα οδηγήσει σε αποσταθεροποίηση του κράτους και σε ανεξέλεγκτη σύγκρουση.
Ο Ερντογάν θα μπορούσε να θεωρήσει ότι η πολιτική του κληρονομιά, η στρατηγική κατεύθυνση της Τουρκίας και η ασφάλεια του περιβάλλοντός του εξυπηρετούνται καλύτερα από μια συνεννόηση με έναν ισχυρό αντίπαλο, παρά από μια διαδοχή που θα προκαλούσε εσωτερικό ανταγωνισμό.
Το βαθύ κράτος, με αυτή την έννοια, θα λειτουργούσε ως μηχανισμός συνέχειας: θα αποδεχόταν τη νέα πολιτική ηγεσία υπό την προϋπόθεση ότι ορισμένες βασικές κρατικές και στρατηγικές σταθερές θα διατηρούνταν.
Δεν θα επρόκειτο κατ’ ανάγκην για μια ενιαία, μυστική συνωμοσία. Θα μπορούσε να προκύψει από σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ διαφορετικών κέντρων ισχύος, τα οποία θα κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι μια συμφωνημένη μετάβαση είναι λιγότερο επικίνδυνη από μια ανοιχτή σύγκρουση.
Αυτό, βέβαια, παραμένει υπόθεση. Δεν διαθέτουμε στοιχεία ότι οι τουρκικές υπηρεσίες ή άλλοι κρατικοί παράγοντες προετοιμάζουν μια τέτοια εξέλιξη.
Ποια θα ήταν η συναλλαγή;
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα μπορούσε να υπάρξει μια πολιτική συμφωνία, αλλά τι θα περιλάμβανε και πώς θα μπορούσε να εφαρμοστεί.
Ο Ερντογάν θα ενδιαφερόταν ενδεχομένως για την προστασία της πολιτικής του κληρονομιάς, τη διατήρηση βασικών στοιχείων της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής και την αποφυγή μιας συνολικής πολιτικής ή δικαστικής αντεκδίκησης εις βάρος του περιβάλλοντός του.
Ο Ιμάμογλου, από την πλευρά του, θα χρειαζόταν τη δυνατότητα νόμιμης συμμετοχής στις εκλογές, την αποδοχή της εκλογικής διαδικασίας από τους κρατικούς θεσμούς και τη διαβεβαίωση ότι δεν θα βρεθεί αντιμέτωπος με έναν μηχανισμό που θα υπονομεύει συστηματικά την κυβέρνησή του.
Θα μπορούσε, συνεπώς, να υπάρξει μια συμφωνία πολιτικής συνύπαρξης και θεσμικής συνέχειας. Δεν θα μπορούσε, όμως, να θεωρηθεί δεδομένη μια προσωπική ασυλία του Ερντογάν ή μια γενική συμφωνία μη δίωξης για οποιαδήποτε ενδεχόμενα αδικήματα.
Το τουρκικό Σύνταγμα δεν παρέχει στον Πρόεδρο απεριόριστη εξουσία απονομής χάριτος. Επομένως, οποιαδήποτε τέτοια διάσταση θα απαιτούσε συγκεκριμένες νόμιμες διαδικασίες και δεν θα μπορούσε να εξασφαλιστεί απλώς με μια πολιτική υπόσχεση.
Υπάρχει, άλλωστε, ένα θεμελιώδες πρόβλημα αξιοπιστίας: ο Ερντογάν θα έπρεπε να εμπιστευθεί έναν αντίπαλο που έχει οικοδομήσει την πολιτική του ταυτότητα απέναντί του, ενώ ο Ιμάμογλου θα έπρεπε να εξηγήσει στους ψηφοφόρους του γιατί μια συμφωνία με τον απερχόμενο Πρόεδρο δεν ακυρώνει την εντολή που θα είχε λάβει από την κοινωνία.
Μπορεί το βαθύ κράτος να δεσμεύσει τον διάδοχο;
Ακόμη και αν μια τέτοια συμφωνία επιτευχθεί, η εφαρμογή της δεν είναι εξασφαλισμένη.
Ένας εκλεγμένος Πρόεδρος διαθέτει δική του πολιτική νομιμοποίηση. Ο Ιμάμογλου, εφόσον εκλεγεί, δεν θα είναι απλώς ο διάδοχος που επέλεξε ο Ερντογάν. Θα είναι ο Πρόεδρος που θα έχει λάβει εντολή από τους ψηφοφόρους.
Αυτό σημαίνει ότι θα μπορούσε να συνεργαστεί με τμήματα του κρατικού μηχανισμού, αλλά και να επιχειρήσει σταδιακά να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία από αυτά. Ταυτόχρονα, οι κρατικοί παράγοντες δεν θα είχαν όλοι το ίδιο κίνητρο να τηρήσουν μια συμφωνία που ενδεχομένως εξυπηρετούσε τον Ερντογάν το 2033, αλλά όχι πλέον τα δικά τους συμφέροντα.
Η πραγματική εγγύηση μιας συμφωνίας δεν θα ήταν, επομένως, μια υποτιθέμενη παντοδυναμία του βαθέος κράτους. Θα ήταν η διατήρηση μιας ισορροπίας συμφερόντων που θα καθιστούσε τη συμφωνία επωφελή για τις βασικές πλευρές της.
Και τι θα σήμαινε αυτό για την Ελλάδα;
Η εκλογή του Ιμάμογλου δεν θα σήμαινε αυτομάτως αλλαγή της τουρκικής στρατηγικής. Η εξωτερική πολιτική της χώρας δεν εξαρτάται μόνο από τον εκάστοτε Πρόεδρο, αλλά και από τις αντιλήψεις του κρατικού μηχανισμού, τις στρατιωτικές δυνατότητες, τις γεωπολιτικές επιδιώξεις και τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες.
Ένας Ιμάμογλου που θα αναλάμβανε την εξουσία ύστερα από μια συμφωνημένη μετάβαση θα μπορούσε να επιδιώξει διαφορετικό ύφος και διαφορετικές προτεραιότητες. Δεν θα ήταν, όμως, αναγκαστικά διατεθειμένος να εγκαταλείψει τις βασικές τουρκικές θέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, στο Αιγαίο ή στο Κυπριακό.
Για την Αθήνα, επομένως, το ζητούμενο δεν θα ήταν να προβλέψει απλώς ποιος θα διαδεχθεί τον Ερντογάν, αλλά να αξιολογήσει ποιες στρατηγικές σταθερές θα διατηρηθούν και ποιες πολιτικές επιλογές θα μπορούσαν πράγματι να μεταβληθούν.
Ένα σενάριο, όχι μια πρόβλεψη
Η υπόθεση εργασίας μπορεί να συνοψιστεί σε τρία στάδια:
Πρώτον, ο Ερντογάν εξασφαλίζει νέα υποψηφιότητα και επανεκλογή το 2028 μέσω της συνταγματικής οδού του άρθρου 116.
Δεύτερον, κατά τη διάρκεια της θητείας του, διαπιστώνει ότι η διαδοχή στο εσωτερικό του AKP δεν εγγυάται από μόνη της τη σταθερότητα του συστήματος και την πολιτική του παρακαταθήκη.
Τρίτον, εφόσον ο Ιμάμογλου διατηρεί την κοινωνική του ισχύ και μπορεί να συμμετάσχει νόμιμα στις εκλογές του 2033, διαμορφώνονται οι συνθήκες για μια συμφωνημένη μετάβαση, στην οποία σημαντικοί κρατικοί παράγοντες θα λειτουργούσαν ως εγγυητές της θεσμικής συνέχειας.
Δεν υπάρχει τεκμηρίωση ότι αυτή είναι η πρόθεση του Ερντογάν. Υπάρχουν, όμως, λόγοι να εξετάζουμε το ενδεχόμενο ότι μια μελλοντική πολιτική συμφωνία θα μπορούσε να θεωρηθεί από ορισμένους παράγοντες ασφαλέστερη από μια σύγκρουση χωρίς ελεγχόμενη έξοδο.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του σεναρίου είναι το παράδοξό του: ένας πολιτικός που αναδείχθηκε ως αντίπαλος του Ερντογάν θα μπορούσε, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να αναλάβει την εξουσία με τρόπο που θα διατηρούσε ορισμένες από τις στρατηγικές επιλογές του συστήματος που είχε αντιπαλέψει.
Η ιστορία, άλλωστε, δεν επιφυλάσσει πάντοτε τη διαδοχή στους στενότερους συνεργάτες ενός ηγέτη. Μερικές φορές, η ελεγχόμενη συνέχεια μπορεί να αναζητηθεί μέσα από έναν αντίπαλο που διαθέτει την κοινωνική νομιμοποίηση την οποία δεν διαθέτει κανένας εσωτερικός διάδοχος. Κάτι σύνηθες στην Οθωμανική/ Τουρκική ιστορία.
Για την ώρα, αυτό παραμένει ένα υποθετικό σενάριο. Αλλά, σε μια Τουρκία όπου η εξουσία έχει συγκεντρωθεί επί χρόνια γύρω από ένα πρόσωπο, το ερώτημα της επόμενης ημέρας είναι πολύ σημαντικό για να περιοριστεί αποκλειστικά στα ονόματα των πιθανών διαδόχων του.
* Σημ.: Το άρθρο είναι σκόπιμα διατυπωμένο ως υπόθεση εργασίας. Το συνταγματικό σκέλος του άρθρου 116 στηρίζεται στο επίσημο τουρκικό συνταγματικό κείμενο, ενώ η ανάλυση για το πρόβλημα διαδοχής και τις πιθανές εσωτερικές ισορροπίες λαμβάνει υπόψη τη μελέτη του OSW / Centre for Eastern Studies, της 18ης Μαρτίου 2026.
enikos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου