Τέσσερα χρόνια μετά την ενεργειακή κρίση του 2022, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα δοκιμασία: η κρίση στα Στενά του Ορμούζ, οι πιέσεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου και η προοπτική ενός δύσκολου χειμώνα, επαναφέρουν στο προσκήνιο ερωτήματα που η ΕΕ ήλπιζε ότι είχε αφήσει πίσω της. Το enikos.gr συνομίλησε με τον Μπέντζαμιν Μπέρκαν-Γουέιντ, ερευνητικό αναλυτή της ομάδας Ενεργειακής και Κλιματικής Πολιτικής της κορυφαίας ευρωπαϊκής δεξαμενής σκέψης Bruegel, ο οποίος καταγράφει τις ευπάθειες του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος και τα δύσκολα διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Του Νίκου Παγουλάτου
Ο Μπέρκαν-Γουέιντ, μεταξύ άλλων, προειδοποιεί ότι η εξάρτηση από το ντίζελ αποτελεί έναν από τους κινδύνους που η Ευρώπη υποτιμά, και αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα των οριζόντιων μέτρων στήριξης.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η Ελλάδα -μαζί με τη Βουλγαρία- έχει το υψηλότερο ποσοστό πολιτών στην ΕΕ (19%) που αδυνατούν να διατηρήσουν επαρκώς ζεστό το σπίτι τους, όπως αποκάλυψε φέτος και η Eurostat σε έκθεσή της για το 2024, ενώ, ερωτηθείς γιατί οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να επιλέγουν μειώσεις φόρων στα καύσιμα αντί για στοχευμένες ενισχύσεις, δίνει μια ιδιαίτερα αιχμηρή απάντηση: «Τα οριζόντια μέτρα είναι δαπανηρά και αναποτελεσματικά. Μερικές φορές, όμως, είναι πολιτικά βολικά».

Πόσο ασφαλής είναι σήμερα η Ευρώπη;
Η ενεργειακή κρίση του 2022 αποκάλυψε το κόστος της ευρωπαϊκής εξάρτησης από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα. Έκτοτε, η ΕΕ αναζήτησε εναλλακτικούς προμηθευτές, στράφηκε περισσότερο στις διεθνείς αγορές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και ενίσχυσε τις ενεργειακές της σχέσεις με τις ΗΠΑ.
Ωστόσο, η στροφή σε νέους προμηθευτές δεν συνεπάγεται απαραίτητα και την εξάλειψη των κινδύνων.
Ερωτηθείς από το enikos.gr εάν η Ευρώπη έχει πράγματι μειώσει τη στρατηγική ενεργειακή της ευπάθεια ή εάν έχει απλώς αντικαταστήσει μία μορφή εξάρτησης με άλλες, ο Μπέντζαμιν Μπέρκαν-Γουέιντ επισημαίνει ότι οι νέες συνθήκες συνεπάγονται διαφορετικούς κινδύνους.
«Παρότι είναι ασφαλώς αλήθεια ότι η Ευρώπη έχει διαφοροποιήσει τους προμηθευτές της, η εξάρτησή της από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων εξακολουθεί να είναι αρκετά συγκεντρωμένη. Η εξάρτηση από τις ΗΠΑ για τις εισαγωγές φυσικού αερίου συνεπάγεται διαφορετικού είδους κίνδυνο από εκείνον που υπήρχε με τη Ρωσία», λέει στο enikos.gr.
Η διαφορά, όπως εξηγεί, βρίσκεται τόσο στη φύση του εμπορίου όσο και στον έλεγχο των ενεργειακών ροών.
«Το αμερικανικό LNG μεταφέρεται διά θαλάσσης από ιδιωτικές εταιρείες και μπορεί να αντικατασταθεί, έναντι κάποιου κόστους. Αντίθετα, το ρωσικό κράτος μπορούσε -και πράγματι το έκανε- να διακόψει τις προμήθειες μέσω αγωγών».
Η Ευρώπη, επομένως, δεν βρίσκεται ακριβώς στην ίδια θέση με το 2022. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι νέες εξαρτήσεις της είναι αμελητέες.
Το ντίζελ και η αδύναμη διαπραγματευτική θέση της Ευρώπης
Εάν υπάρχει ένα σημείο του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος που, κατά τον αναλυτή του Bruegel, δεν έχει λάβει την προσοχή που του αναλογεί, αυτό δεν είναι το φυσικό αέριο, αλλά το ντίζελ.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι πιέσεις της Ουάσιγκτον προς ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως τη Γερμανία και τη Γαλλία. Όπως είχε αποκαλύψει το Reuters την 1η Οκτωβρίου, η κυβέρνηση Τραμπ ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένη με το Βερολίνο και το Παρίσι που «δεν υλοποίησαν πλήρως τις προηγούμενες δεσμεύσεις τους», και προειδοποίησε με την επιβολή ενδεχόμενης απαγόρευσης στις αμερικανικές εξαγωγές ντίζελ προς την Ευρώπη, εάν δεν προχωρούσαν σε αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων καυσίμων.
Από την πλευρά του, ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ, ζήτησε την αποδέσμευση 120 εκατομμυρίων βαρελιών μέσα σε τρεις μήνες, επαναλαμβάνοντας την ίδια προειδοποίηση.
Στις 2 Οκτωβρίου, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ανακοίνωσε ότι οι χώρες της G7 συμφώνησαν να αποδεσμεύσουν έως 100 εκατομμύρια βαρέλια ντίζελ και αργού πετρελαίου μέσα στους επόμενους τέσσερις μήνες, προκειμένου να περιορίσουν τις πιέσεις στις τιμές, χωρίς να επιβάλουν περιορισμούς στις εξαγωγές τους. Ωστόσο, σύμφωνα με Γάλλο αξιωματούχο που είχε επικαλεστεί τότε το Politico, η πρόταση εξακολουθούσε να βρίσκεται υπό τεχνική αξιολόγηση.
«Το ντίζελ», σημειώνει ο Μπέρκαν-Γουέιντ, «είναι η εξάρτηση που θεωρώ ότι υποτιμούμε. Η Ευρώπη δεν διαθέτει άφθονες ποσότητες ντίζελ, επομένως, όταν η Ουάσιγκτον ζητεί να αποδεσμευτούν αποθέματα ενόψει των δικών της [ενδιάμεσων] εκλογών, η ΕΕ έχει λίγα περιθώρια διαπραγμάτευσης».
Όμως, παρότι ο ίδιος αναγνωρίζει ότι η στενή συμμαχία με τις ΗΠΑ «περιορίζει τον συνεπαγόμενο κίνδυνο άσκησης εξαναγκασμού», επισημαίνει ότι οι ενεργειακές προτεραιότητες των δύο πλευρών αποκλίνουν ολοένα περισσότερο «στις δύο πλευρές του Ατλαντικού» – αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα πόσα πραγματικά περιθώρια διαθέτει η Ευρώπη για να προστατεύσει τα δικά της συμφέροντα όταν αυτά δεν συμπίπτουν με εκείνα της Ουάσινγκτον
Με άλλα λόγια, η πολιτική συμμαχία περιορίζει ορισμένους κινδύνους, αλλά δεν εγγυάται ότι τα ενεργειακά συμφέροντα θα συμπίπτουν πάντοτε.
Τα στρατηγικά αποθέματα
Ωστόσο, η προοπτική αποδέσμευσης σημαντικών ποσοτήτων πετρελαίου και ντίζελ από τα γαλλικά στρατηγικά αποθέματα εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσο συνετό είναι να χρησιμοποιούνται σήμερα αποθέματα έκτακτης ανάγκης για τη συγκράτηση των τιμών, εάν αύριο προκύψει μια ακόμη σοβαρότερη κρίση εφοδιασμού;
Ο Μπέντζαμιν Μπέρκαν-Γουέιντ εξηγεί ότι το κρίσιμο ζήτημα στην αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων είναι η επιλογή της κατάλληλης χρονικής στιγμής για μια τέτοια παρέμβαση.
«Η αποδέσμευση αποθεμάτων αφορά ουσιαστικά την επιλογή της χρονικής στιγμής κατά την οποία η βραχυπρόθεσμη ανακούφιση είναι περισσότερο αναγκαία. Αυτό δεν είναι καθόλου απλό, καθώς πρέπει να σταθμίσουμε πόσο πιθανό είναι να υπάρξουν στο μέλλον άλλα, άγνωστα σήμερα, σοκ».
Η χρήση τους, συνεπώς, μπορεί να προσφέρει ανακούφιση στην αγορά, αλλά έχει και κόστος για την ασφάλεια εφοδιασμού.
«Η χρήση των αποθεμάτων για τη συγκράτηση των τιμών τους επόμενους μήνες θα άφηνε την Ευρώπη με μικρότερη κάλυψη απέναντι σε μια πιθανή μελλοντική διαταραχή. Οι τελικές αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται από κοινού σε επίπεδο ΕΕ και να συνοδεύονται από ένα σχέδιο για τη μείωση της ζήτησης πετρελαίου», σημειώνει ο ίδιος.
Η τοποθέτησή του αυτή αναδεικνύει την ανάγκη για μεγαλύτερο συντονισμό μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, καθώς μια ενεργειακή κρίση που επηρεάζει το σύνολο της ΕΕ δύσκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με αποσπασματικές εθνικές παρεμβάσεις.
Τέσσερα χρόνια μετά το 2022, γιατί επιστρέφουν οι ίδιες λύσεις;
Ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα για την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική είναι γιατί, τέσσερα χρόνια μετά την προηγούμενη κρίση, η συζήτηση επιστρέφει -μεταξύ άλλων- στον περιορισμό της κατανάλωσης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάλεσε εκ νέου τα κράτη-μέλη να εξετάσουν μέτρα μείωσης της ενεργειακής ζήτησης. Συγκεκριμένα, στις 29 Σεπτεμβρίου, ο Επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν προέτρεψε τις κυβερνήσεις της ΕΕ να συνεχίσουν να περιορίζουν τη ζήτηση ενέργειας, προκειμένου να μειωθεί η κατανάλωση φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, εν μέσω «εξαιρετικά χαμηλών» επιπέδων αποθεμάτων.
«Σας καλώ να εξετάσετε το ενδεχόμενο λήψης ή συνέχισης μέτρων που μπορούν να διατηρήσουν τις εισροές ή να μειώσουν τη ζήτηση φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας για όσο διάστημα είναι απαραίτητο», αναφέρεται στη σχετική επιστολή, στην οποία επισημαίνεται ότι η κατάσταση «δεν έχει βελτιωθεί» από την πρώτη προειδοποίηση του Γιόργκενσεν τον Μάρτιο.
Ωστόσο, κυβερνήσεις του ευρωπαϊκού μπλοκ, μεταξύ των οποίων και η ελληνική, ζητούν μεγαλύτερα δημοσιονομικά περιθώρια για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Εξάλλου, χαρακτηριστική ήταν και η αναφορά του Έλληνα Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, στην εβδομαδιαία ανασκόπησή του, όπως αυτή δημοσιεύθηκε στον λογαριασμό του στο Facebook την Κυριακή, 4 Οκτωβρίου: «Αυτή η ενεργειακή αναταραχή είναι ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα και δεν αντιμετωπίζεται μόνο με συμβουλές για περιορισμό της κατανάλωσης. Χρειάζονται επειγόντως κοινές, τολμηρές λύσεις. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η Ελλάδα ζητά από την Ευρώπη μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία».
Το enikos.gr έθεσε στον αναλυτή του Bruegel το ερώτημα εάν η επαναφορά των ίδιων εργαλείων έκτακτης ανάγκης σημαίνει ότι η Ευρώπη δεν αξιοποίησε επαρκώς τα διδάγματα του 2022.
«Κατανοώ τη γενικότερη επισήμανσή σας, καθώς και την απογοήτευση που προκαλούν οι εκκλήσεις για μείωση της κατανάλωσης. Μεγάλο μέρος της μείωσης της ευρωπαϊκής ζήτησης φυσικού αερίου από το 2022 και μετά ήταν αποτέλεσμα των υψηλών τιμών και της χαμηλότερης βιομηχανικής παραγωγής», δήλωσε.
Άρα, πίσω από μια πιθανή μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης, δεν κρύβεται απαραίτητα μια Ευρώπη με επιτυχημένη ενεργειακή προσαρμογή, αλλά ενδεχομένως νοικοκυριά και επιχειρήσεις που καταναλώνουν λιγότερο επειδή δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος.
Για τον Μπέρκαν-Γουέιντ, πάντως, η ουσιαστική απάντηση δεν βρίσκεται τόσο στον περιορισμό της κατανάλωσης όσο στην αλλαγή του τρόπου με τον οποίο η Ευρώπη καλύπτει τις ενεργειακές της ανάγκες.
«Η ηλεκτρική ενέργεια εξακολουθεί να καλύπτει μόλις περίπου το ένα πέμπτο της συνολικής ενεργειακής ζήτησης στην ΕΕ, ποσοστό που παραμένει στάσιμο για περισσότερο από μία δεκαετία. Για να προστατευτεί με αξιόπιστο τρόπο η ευρωπαϊκή οικονομία από επαναλαμβανόμενα ενεργειακά σοκ, είναι ζωτικής σημασίας να μειωθεί η διαρθρωτική εξάρτησή της από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και να προωθηθεί ο εξηλεκτρισμός μέσω καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας», τονίζει.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο πώς θα περιοριστούν οι συνέπειες της επόμενης ενεργειακής κρίσης, αλλά κυρίως πώς θα πάψει η Ευρώπη να βρίσκεται κάθε φορά αντιμέτωπη με τις ίδιες αδυναμίες.
Φυσικό αέριο: Γιατί η πλήρωση των αποθηκών με κάθε κόστος μπορεί να αποδειχθεί λάθος
Ενόψει του χειμώνα, αναδεικνύεται μια ακόμη αντίφαση: η Ευρώπη χρειάζεται επαρκή αποθέματα φυσικού αερίου, αλλά η προσπάθεια ταχείας πλήρωσης των εγκαταστάσεων αποθήκευσης, σε μια ήδη πιεσμένη διεθνή αγορά, μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη υψηλότερες τιμές.
Σημειώνεται πως, σύμφωνα με δημοσίευμα του Politico την Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου, τα αποθέματα φυσικού αερίου της ΕΕ έχουν πέσει στο χαμηλότερο επίπεδο για τη συγκεκριμένη εποχή του έτους από τότε που άρχισαν να καταγράφονται τα στοιχεία το 2011, σε ποσοστό μόλις πάνω από το 70% – αντί του συνήθους στόχου του 90% και σε αντίθεση με το 83% την ίδια περίοδο πέρυσι.
Παράλληλα, όπως μετέδωσε την Πέμπτη το Euronews, οι διαχειριστές δικτύων μεταφοράς φυσικού αερίου της ΕΕ αναφέρουν ότι ένας σκληρός χειμώνας θα μπορούσε να προκαλέσει έλλειμμα 12-15%. Από την πλευρά του, το Ινστιτούτο Ενεργειακής Οικονομίας και Χρηματοοικονομικής Ανάλυσης (IEEFA), σε έκθεσή του την Παρασκευή, εκτιμά ότι ενδέχεται να χρειαστεί μείωση της ζήτησης κατά 7%, τονίζοντας πως η ΕΕ εισέρχεται στον χειμώνα με τα χαμηλότερα επίπεδα αποθεμάτων των τελευταίων 15 ετών.
Το enikos.gr ρώτησε τον Μπέρκαν-Γουέιντ πώς μπορεί η ΕΕ να ισορροπήσει ανάμεσα στην ασφάλεια εφοδιασμού και τη συγκράτηση του κόστους, με τον ίδιο να τάσσεται υπέρ της ευελιξίας.
«Ο χαμηλότερος στόχος για τα αποθέματα φέτος αποτελεί σωστή απόφαση της Κομισιόν, ενώ η σχετική ευελιξία είναι ήδη νομικά εφικτή. Η Ευρώπη χρησιμοποιεί σήμερα πολύ λιγότερο φυσικό αέριο σε σχέση με την περίοδο πριν από το 2022».
«Το να αγοράζει σε οποιαδήποτε τιμή θα σήμαινε απλώς ότι δίνει επιπλέον χρήματα στους πωλητές LNG. Η Ευρώπη θα μπορούσε επίσης να ωφεληθεί από τον συντονισμό με την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, οι οποίες είναι επίσης μεγάλοι αγοραστές LNG», προσθέτει.
Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι, σε μια αγορά όπου οι μεγάλοι εισαγωγείς ανταγωνίζονται για τις διαθέσιμες ποσότητες LNG, ο καλύτερος συντονισμός θα μπορούσε να περιορίσει τον κίνδυνο οι προσπάθειες της μιας πλευράς να εξασφαλίσει επαρκή αποθέματα να οδηγήσουν σε ακόμη υψηλότερες τιμές για όλους.
Η Ελλάδα και τα νοικοκυριά που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή
Για τους Ευρωπαίους πολίτες, οι τίτλοι στα ΜΜΕ περί «κρίσης τιμών» και «κρίσης εφοδιασμού», με φόντο τις διαρκείς γεωπολιτικές αναταράξεις, έχουν αρχίσει να μοιάζουν με μια κουραστική επανάληψη. Πίσω από τους οικονομικούς όρους και τις αναλύσεις, άλλωστε, βρίσκεται μια πολύ πιο δύσκολη πραγματικότητα – νοικοκυριά που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στους αυξημένους λογαριασμούς, στο κόστος της θέρμανσης και στις καθημερινές μετακινήσεις. Και για ορισμένους, αυτή η πίεση είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι για άλλους.
Σε ερώτηση του enikos.gr για το ποια νοικοκυριά και ποιες χώρες αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη έκθεση στις σημερινές πιέσεις, ο αναλυτής του Bruegel επισημαίνει: «Περισσότερο εκτεθειμένα είναι τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος που ζουν σε κατοικίες με ανεπαρκή μόνωση, καθώς και όσοι εξαρτώνται από το αυτοκίνητο στην καθημερινότητά τους, ιδίως εκτός των πόλεων».
Στη συνέχεια, αναφέρεται ειδικά στη χώρα μας, σημειώνοντας πως «Η Ελλάδα έχει ήδη το υψηλότερο ποσοστό ανθρώπων στην ΕΕ που αδυνατούν να διατηρήσουν το σπίτι τους επαρκώς ζεστό — σχεδόν ένας στους πέντε».
Για ένα σημαντικό μέρος των νοικοκυριών, επομένως, το πρόβλημα δεν αρχίζει όταν ξεσπά μια νέα ενεργειακή κρίση. Υπάρχει ήδη, μέσα σε σπίτια που δεν θερμαίνονται επαρκώς και σε οικογενειακούς προϋπολογισμούς που αφήνουν ελάχιστα περιθώρια.
Γιατί οι κυβερνήσεις επιλέγουν μέτρα που είναι ακριβά και αναποτελεσματικά;
Η ΕΕ αποτελεί ενιαία αγορά, αλλά οι τιμές των καυσίμων διαφέρουν αισθητά από χώρα σε χώρα. Και ενώ οι διεθνείς γεωπολιτικές κρίσεις επηρεάζουν τις ενεργειακές αγορές συνολικά, το τελικό ποσό που πληρώνει ο καταναλωτής εξαρτάται και από εθνικές αποφάσεις.
Ερωτηθείς γιατί αυτές οι διαφορές παραμένουν τόσο μεγάλες, εξηγεί στο enikos.gr: «Η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ αποτελεί ένα παγκόσμιο σοκ που έχει πλήξει όλα τα κράτη-μέλη με παρόμοιο τρόπο. Η αιτία των διαφορών στις εγχώριες τιμές οφείλεται κυρίως στους διαφορετικούς φορολογικούς συντελεστές».
Ωστόσο, δεν θεωρεί ότι η μείωση των φόρων στα καύσιμα (ΕΦΚ) αποτελεί την αποτελεσματικότερη απάντηση.
«Η μείωση των φόρων στα καύσιμα έχει υψηλό δημοσιονομικό κόστος, ωφελεί περισσότερο εκείνους που καταναλώνουν τις μεγαλύτερες ποσότητες και διατηρεί -ή συμβάλλει στην αύξηση- της ζήτησης για εισαγόμενο πετρέλαιο κατά τη διάρκεια μιας κρίσης. Η στοχευμένη στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών κοστίζει λιγότερο και είναι αποτελεσματικότερη».
Η τοποθέτηση αυτή γέννησε ένα επιπλέον ερώτημα από το enikos.gr: εάν η στοχευμένη στήριξη είναι φθηνότερη και αποτελεσματικότερη, γιατί κάποιες κυβερνήσεις εξακολουθούν να επιλέγουν μειώσεις φόρων και παρεμβάσεις στην τιμή της αντλίας; Πρόκειται για ζήτημα διοικητικής ευκολίας ή για την πολιτική ελκυστικότητα μέτρων που γίνονται αμέσως αντιληπτά από ένα ευρύτερο εκλογικό ακροατήριο;
Η απάντησή του αναλυτή του Bruegel αναδεικνύει και τις δύο πλευρές.
«Οι μειώσεις στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης καυσίμων μπορούν να εφαρμοστούν σχετικά γρήγορα μέσω των εθνικών φορολογικών συστημάτων και το αποτέλεσμα γίνεται αμέσως αισθητό στους καταναλωτές», σημειώνει αρχικά.
Αντίθετα, όπως επισημαίνει στη συνέχεια, «η στοχευμένη στήριξη απαιτεί προσεκτική ανάλυση, ώστε να προσδιοριστεί ποιοι χρειάζονται βοήθεια και τι ύψους ενίσχυση πρέπει να λάβουν».
Ορισμένες κυβερνήσεις, εξηγεί, χρειάζονται χρόνο για να συγκεντρώσουν και να ανταλλάξουν τα απαραίτητα δεδομένα. Γι’ αυτό θεωρεί ότι η προετοιμασία των σχετικών μηχανισμών πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα, ώστε να μπορούν να ενεργοποιούνται γρήγορα όταν ξεσπά μια κρίση.
Αλλά το ζήτημα δεν είναι μόνο τεχνικό.
«Τα οριζόντια μέτρα είναι δαπανηρά και αναποτελεσματικά. Μερικές φορές, όμως, είναι πολιτικά βολικά. Η τιμή που πληρώνει κάποιος για να γεμίσει το ρεζερβουάρ του είναι πολύ πιο ορατή από τις στοχευμένες οικονομικές ενισχύσεις προς τα πλέον ευάλωτα νοικοκυριά».
Η παρατήρηση του αναλυτή του Bruegel στο enikos.gr ρίχνει φως στη σύγκρουση ανάμεσα στην οικονομική αποτελεσματικότητα και την πολιτική απήχηση μιας κυβερνητικής παρέμβασης, καθώς ένα μέτρο μπορεί να προσφέρει άμεσο και ορατό όφελος σε πολλούς καταναλωτές, χωρίς απαραίτητα να αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο αξιοποίησης των δημόσιων πόρων.
Το διαφορετικό μοντέλο στήριξης που προτείνει το Bruegel
Ποια θα μπορούσε, λοιπόν, να είναι η εναλλακτική; Ο Μπέντζαμιν Μπέρκαν-Γουέιντ θεωρεί ότι η Ευρώπη δεν έχει ακόμη αναπτύξει επαρκώς τους μηχανισμούς που θα της επέτρεπαν να προστατεύει τους πολίτες από τις ενεργειακές αναταράξεις χωρίς να επιδοτεί την ίδια την κατανάλωση.
«Η Ευρώπη εξακολουθεί να κινείται αργά στην ανάπτυξη ισχυρών πολιτικών για την προστασία των καταναλωτών από τέτοιου είδους σοκ χωρίς να βασίζεται σε επιδοτήσεις της ζήτησης».
Αντί για γενικευμένες μειώσεις στις τιμές, προκρίνει ένα σύστημα άμεσης εισοδηματικής ενίσχυσης: «Ένα καλύτερο μοντέλο θα ήταν η άμεση εισοδηματική στήριξη, μέσω ενισχύσεων που δεν θα εξαρτώνται από το πόση ενέργεια καταναλώνει ένα νοικοκυριό και οι οποίες θα είναι μεγαλύτερες για τα φτωχότερα νοικοκυριά».
«Τα δημοσιονομικά περιθώρια που διαθέτουν σήμερα οι κυβερνήσεις είναι προτιμότερο να χρησιμοποιηθούν για στοχευμένη και προσωρινή στήριξη παρά για μειώσεις των τιμών», καταλήγει.
Η βασική διαφορά είναι ότι ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να προστατεύει το διαθέσιμο εισόδημα των ευάλωτων πολιτών, χωρίς να μειώνει τα κίνητρα για εξοικονόμηση ενέργειας και χωρίς να κατευθύνει το μεγαλύτερο μέρος της κρατικής ενίσχυσης σε όσους καταναλώνουν περισσότερο.
Το σενάριο που θα δοκίμαζε πραγματικά τις αντοχές της Ευρώπης
Πέρα από τις τιμές, τη φορολογία και τις κυβερνητικές παρεμβάσεις, παραμένει ένα ερώτημα: ποια εξέλιξη θα μπορούσε να μετατρέψει τις σημερινές πιέσεις σε μια πολύ σοβαρότερη ενεργειακή κρίση;
Το enikos.gr ζήτησε από τον Μπέρκαν-Γουέιντ να περιγράψει το πραγματικό stress test για το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα, τέσσερα χρόνια μετά το 2022.
Ο Μπέρκαν-Γουέιντ περιγράφει ένα συγκεκριμένο σενάριο, στο οποίο θα μπορούσαν να συμπέσουν χρονικά τρεις ιδιαίτερα δυσμενείς παράγοντες: «Ένας ψυχρός χειμώνας που θα παραταθεί μέχρι αργά, σε συνδυασμό με χαμηλά αποθέματα, ενώ τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προβλήματα στη ροή της ενέργειας».
enikos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου