Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Η ακροδεξιά ανεβαίνει, το κέντρο αποδυναμώνεται – Τι περιμένει την Ευρώπη


Ιωάννα Βαρδαλαχάκη • ivardalachaki@naftemporiki.gr

Η αποδυνάμωση του κέντρου στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή είναι μια διαδικασία που εξελίσσεται εδώ και μία δεκαετία, παρατηρούσε στις αρχές της χρονιάς το Eurasia Group, στην ανάλυσή του για τους δέκα σημαντικότερους κινδύνους του 2026.

Στην ανάλυση προέβλεπε ότι Γαλλία, Γερμανία και Βρετανία θα βρεθούν φέτος υπό πολιτική πολιορκία και τοποθετούσε τα πολιτικά προβλήματα της Ευρώπης στην τέταρτη θέση της λίστας του.

Η άνοδος της AfD στη Γερμανία

Και οι τρεις χώρες ταλαιπωρήθηκαν φέτος, ωστόσο, η κατάρρευση του κέντρου έκανε ιδιαίτερα μεγάλο κρότο στη Γερμανία, όπου το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD), που θεωρείται υπερβολικά ακραίο ακόμη και για τη Μαρίν Λε Πεν της Γαλλίας, έχει καταγράψει θεαματική άνοδο.

Από το 5% των ψήφων που συγκέντρωνε κατά την ίδρυσή του το 2013, έφτασε να ξεπερνά το 20% πέρυσι.

Ακόμα πιο αξιοσημείωτα, η AfD έλαβε το υψηλότερο ποσοστό της ιστορίας του κόμματος στο ανατολικό κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ με σχεδόν 44% των ψήφων.

Η Γερμανία αποτελεί τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, επομένως ό,τι συμβαίνει εκεί επηρεάζει καθοριστικά ολόκληρη την ήπειρο. Παράλληλα, στη Γαλλία, που είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ, η Μαρίν Λε Πεν προηγείται στις δημοσκοπήσεις ενόψει των προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους.

Μεγάλο μέρος αυτού που βλέπουμε αυτή τη στιγμή στη Γερμανία σχετίζεται με την δυσαρέσκεια για το μεταναστευτικό ζήτημα. Ωστόσο, η οικονομία της Γερμανίας έχει πατήσει επίσης φρένο την ώρα που οι Γερμανοί έρχονται αντιμέτωποι με υψηλές τιμές καυσίμων και το συνεχώς αυξανόμενο κόστος ζωής. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και ο ανταγωνισμός στον τομέα της μεταποίησης από την Κίνα έχουν επίσης ασκήσει πιέσεις στην οικονομία.
Στροφή στην ακροδεξιά

Το γεγονός προκάλεσε αναστάτωση σε όλη την Ευρώπη, με τους εθνικιστές να πανηγυρίζουν για μια «ιστορική νίκη» ενώ τους ηγέτες του κυρίαρχου πολιτικού ρεύματος να ανησυχούν ότι το εθνικιστικό κύμα θα σαρώσει την ήπειρο.

Σχεδόν ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους στην Ευρώπη ψηφίζει σήμερα ακροδεξιά κόμματα, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα. Πρόκειται για ποσοστό που έχει σχεδόν πενταπλασιαστεί από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και έχει σημειώσει ιδιαίτερα απότομη άνοδο τα τελευταία τρία χρόνια.
Πού οφείλεται η άνοδος της ακροδεξιάς

Η άνοδος αυτή οφείλεται, σύμφωνα με πολιτικούς επιστήμονες, στην διαχρονική αδυναμία των κυβερνήσεων των mainstream κομμάτων να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των ψηφοφόρων που αντιμετωπίζουν τη συνεχώς επιδεινούμενη κρίση του κόστους ζωής, παράλληλα με τη σταδιακή ενσωμάτωση και κανονικοποίηση των ιδεών της άκρας δεξιάς.

Κατά τους αναλυτές, η στάση των ψηφοφόρων απέναντι σε θέματα όπως το μεταναστευτικό, δεν έχει αλλάξει σημαντικά με τον χρόνο. Ωστόσο, αυτά τα θέατα έχουν ωστόσο αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα στις αποφάσεις τους κατά την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος λόγω της κανονικοποίησής τους από τα μέσα ενημέρωσης και τα κόμματα του κυρίαρχου πολιτικού ρεύματος που υιοθετούν το αφηγηματικό πλαίσιο της ακροδεξιάς.
«Φρένο» στην εξοπλιστική κούρσα της Ευρώπης;

Όπου κι αν οφείλεται, η αυξανόμενη δημοτικότητα των ακροδεξιών κομμάτων στην Ευρώπη είναι γεγονός, προκαλώντας μάλιστα ανησυχία στο ΝΑΤΟ ότι θα μπορούσε να ανακόψει την εξοπλιστική κούρσα της γηραίας ηπείρου και τη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία.

Αυτό ανέφερε ανάλυση του Politico, σημειώνοντας ότι στη Γαλλία, την Ιταλία, το Βέλγιο, τη Γερμανία, την Πολωνία και τη Ρουμανία, τα κόμματα αυτά προσπαθούν να μετατρέψουν τις ανησυχίες των ψηφοφόρων για το κόστος ζωής σε αντίθεση προς τη βοήθεια προς το Κίεβο, καθώς και σε απόρριψη των «φουσκωμένων» εθνικών αμυντικών προϋπολογισμών και του ενισχυμένου ρόλου της ΕΕ στον τομέα της άμυνας, παρόλο που αυτά τα κόμματα έχουν συχνά διαμετρικά αντίθετες απόψεις για τα ζητήματα αυτά.

Το πρόβλημα για τα παραδοσιακά ευρωπαϊκά κόμματα είναι πώς θα διατηρήσουν τη στήριξη για υψηλότερους αμυντικούς προϋπολογισμούς, όταν παράλληλα αντιμετωπίζουν πιέσεις για μεγαλύτερες δαπάνες σε κοινωνική πρόνοια και άλλες δημόσιες υπηρεσίες, τονίζει το Politico, υπενθυμίζοντας ότι φέτος έχουμε δει διαδηλώσεις στη Ρώμη, τις Βρυξέλλες και τη Μαδρίτη κατά των αυξημένων αμυντικών δαπανών, με τους διαδηλωτές να επικρίνουν τις περικοπές στη χρηματοδότηση νοσοκομείων, πανεπιστημίων και κοινωνικών υπηρεσιών.

Το δίλημμα αναμένεται να οξυνθεί ακόμη περισσότερο το 2027, όταν Γαλλία, Ιταλία και Πολωνία οδηγούνται στις κάλπες, με τα ακροδεξιά κόμματα να έχουν πραγματικές πιθανότητες να ανέλθουν στην εξουσία. Παράλληλα, πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ξεκινούν ήδη τις συζητήσεις για τους προϋπολογισμούς του επόμενου έτους.
Το καμπανάκι της Ισπανίας

Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση που χτυπάει καμπανάκι στην Ευρώπη είναι η Ισπανία και η στεγαστική κρίση που την στέλνει πρόωρα στις κάλπες.

Η έξωση της 87χρονης Μαρικάρμεν Αμπασκάλ από το σπίτι της στη Μαδρίτη όπου ζούσε επί 71 χρόνια, έβγαλε εκατοντάδες στους δρόμους και ανέδειξε το μέγεθος της στεγαστικής κρίσης στην Ισπανία, η οποία, για πολλούς, διαρκεί από το 2008.

Η προσπάθεια της ισπανικής κυβέρνησης να περάσει μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης βρήκε τον τοίχο το κοινοβουλίου και, όπως αναμενόταν, ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ αποφάσισε να προκηρύξει πρόωρες εκλογές για τις 29 Νοεμβρίου, παίρνοντας ένα ακόμη ρίσκο στην πολιτική του καριέρα.

Η εκρηκτική άνοδος των ενοικίων, η περιορισμένη προσφορά κοινωνικής κατοικίας, οι ελλιπείς ρυθμίσεις που αφορούν στις μισθώσεις και οι πιέσεις που ασκούνται από τον τουρισμό και τις επενδύσεις καθιστούν όλο και πιο δύσκολη υπόθεση την πρόσβαση στη στέγαση σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Είδαμε άλλωστε ότι στη Γερμανία, όπου ενισχύεται η AfD, η Ελίφ Εράλπ της Die Linke έκανε το στεγαστικό προσωπικό της πολιτικό σήμα και κέρδισε τη μάχη του Βερολίνου.
Μεταναστευτικό και στέγαση κρίνουν τη «μάχη»

Στο μεταξύ, ο θάνατος της 87χρονης που δεν πρόλαβε να γυρίσει σπίτι της, αν και τελικά βρέθηκε λύση στο ζήτημά της, καθιστά ακόμα πιο τραγική την εξέλιξη της ιστορίας μιας γυναίκας που έμελλε να γίνει το σύμβολο μιας κρίσης που εκτείνεται πολύ πέρα από την Ισπανία.

Αυτή η κρίση όμως αποτελεί παράλληλα μια πολιτική ευκαιρία για τον Ισπανό πρωθυπουργό. Γιατί μπορεί ο Πέδρο Σάντσεθ να ποντάρει στην εκλογική του εξιλέωση μέσω των μέτρων που πρότεινε για το στεγαστικό ή της δημοφιλίας που απολαμβάνει λόγω της στάσης του απέναντι στο Ισραήλ- για τον πόλεμο στη Γάζα- και της κόντρας το, ωστόσο, η νίκη του μόνο εξασφαλισμένη που δεν θεωρείται.

Ο Σάντσεθ επιχειρεί να μετατοπίσει το επίκεντρο της προεκλογικής εκστρατείας από τη μεταναστευτική κρίση στη Θέουτα στο οξύτατο στεγαστικό πρόβλημα της χώρας- για να μην αναφέρουμε το σκάνδαλο διαφθοράς στο οποίο εμπλέκονται ορισμένοι από τους στενότερους συνεργάτες του, η σύζυγος και ο αδελφός του.

Ωστόσο, η αντιπολίτευση επιχειρεί να συνδέσει το ζήτημα της στεγαστικής κρίσης με τη δημογραφική αύξηση που οφείλεται στη μετανάστευση.

Η κρίση στη Θέουτα έθεσε επί τάπητος και πάλι την πολιτική του Σάντσεθ για τη μετανάστευση, η οποία κινείται αντίθετα προς το ευρωπαϊκό ρεύμα. Η μετανάστευση έχει τροφοδοτήσει την οικονομική ανάπτυξη, που προβλέπεται να φτάσει το 2,5% φέτος, έχει εξασφαλίσει εργατικό δυναμικό για τη γεωργία, τον κλάδο της φιλοξενίας και τις κατασκευές, και έχει αντισταθμίσει τη γήρανση του πληθυσμού. Ωστόσο, έχει επίσης εντείνει τον ανταγωνισμό για την απόκτηση κατοικίας σε πόλεις και παραθαλάσσιες περιοχές που πιέζονται από τον τουρισμό και τις βραχυχρόνιες μισθώσεις.

Το εκλογικό στοίχημα για τον Σάντσεθ εστιάζει στο να καταφέρει να απομακρύνει τη συζήτηση από το ζήτημα της μετανάστευσης. Μέχρι στιγμής πάντως οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το κεντροδεξιό Λαϊκό Κόμμα στην Ισπανία και το ακροδεξιό Vox θα εξασφάλιζαν μαζί άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου