Η Τουρκία προσαρμόζει όλο και περισσότερο την ευρωπαϊκή της πολιτική σε μια πραγματικότητα στη διαμόρφωση της οποίας συμβάλλει καθοριστικά και η ίδια: η πλήρης ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει ανέφικτη όσο η Άγκυρα δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να ανταποκριθεί στα δημοκρατικά κριτήρια που προϋποθέτει η συμμετοχή στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Από την πλευρά της, η ΕΕ αντιμετωπίζει την Τουρκία ως απαραίτητο γεωπολιτικό εταίρο, σημαντική οικονομική δύναμη και σύμμαχο των περισσότερων κρατών-μελών της στο ΝΑΤΟ, αλλά όχι ως χώρα που βρίσκεται σε τροχιά ένταξης.
Στην πράξη, διαμορφώνεται ένα μοντέλο σχέσεων που παραπέμπει περισσότερο στη στρατηγική συνεργασία της ΕΕ με χώρες όπως η Αίγυπτος ή η Σαουδική Αραβία παρά στην προενταξιακή διαδικασία. Με μία ουσιώδη διαφορά: η Τουρκία εξακολουθεί να είναι επισήμως υποψήφια προς ένταξη χώρα και συνδέεται ήδη με την ΕΕ μέσω Τελωνειακής Ένωσης. Ωστόσο, η συνεργασία της με τις Βρυξέλλες αναπτύσσεται πλέον κυρίως γύρω από συγκεκριμένα αμοιβαία συμφέροντα, χωρίς να προϋποθέτει την προοπτική πλήρους συμμετοχής στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Αυτή τη νέα πραγματικότητα επιχειρεί να αξιοποιήσει η Άγκυρα, επιδιώκοντας να αποκομίσει όσο το δυνατόν περισσότερα οικονομικά, βιομηχανικά και στρατηγικά οφέλη από την ΕΕ. Ο εκσυγχρονισμός της Τελωνειακής Ένωσης, η συμμετοχή στις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες «Made in Europe», οι αμυντικές συμπαραγωγές και η πρόσβαση στο ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό εργαλείο SAFE αποτελούν πλέον πρακτικές προτεραιότητες της τουρκικής πολιτικής.
Η ένταξη παραμένει στα λόγια και από τις δύο πλευρές
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εξακολουθεί να διακηρύσσει ότι η πλήρης ένταξη αποτελεί στρατηγικό στόχο της χώρας του. Στο μήνυμά του για την Ημέρα της Ευρώπης, στις 9 Μαΐου, υποστήριξε ότι η Τουρκία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής, προσθέτοντας ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μεγαλύτερη ανάγκη την Τουρκία απ’ όση η Τουρκία την Ευρωπαϊκή Ένωση».
Πίσω όμως από τις διακηρύξεις περί αφοσίωσης στην ενταξιακή προοπτική απουσιάζει η αντίστοιχη μεταρρυθμιστική πολιτική. Οι διαπραγματεύσεις, που άρχισαν το 2005, παραμένουν ουσιαστικά παγωμένες από το 2018 εξαιτίας της υποχώρησης των θεμελιωδών ελευθεριών, του κράτους δικαίου και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Στις 9 Οκτωβρίου, η επίτροπος Διεύρυνσης Μάρτα Κος υπογράμμισε ότι οι πρόσφατοι περιορισμοί στην ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, στα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ και οι διώξεις εις βάρος εκλεγμένων εκπροσώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης διευρύνουν περαιτέρω την απόσταση της Τουρκίας από τον στόχο της ένταξης.
Ακόμη πιο σαφές ήταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 17 Ιουνίου. Με ψήφισμά του διαπίστωσε ότι η συνεχιζόμενη οπισθοχώρηση του κράτους δικαίου και των δημοκρατικών ελευθεριών δεν επιτρέπει την επανεκκίνηση της ενταξιακής διαδικασίας. Οι ευρωβουλευτές υπογράμμισαν ότι απαιτείται ουσιαστική πρόοδος στον σεβασμό των δημοκρατικών θεσμών και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, διαπιστώνοντας παράλληλα την απουσία πραγματικής πολιτικής βούλησης για μεταρρυθμίσεις από την τουρκική κυβέρνηση.
Η ίδια αντίφαση χαρακτηρίζει, ωστόσο, και την ευρωπαϊκή προσέγγιση. Η ΕΕ διαπιστώνει ότι η Τουρκία απομακρύνεται από τα δημοκρατικά της πρότυπα, αλλά ταυτόχρονα αναγνωρίζει ότι η γεωπολιτική της σημασία καθιστά αναγκαία την εμβάθυνση της συνεργασίας.
Η Κος αναγνώρισε ρητά ότι η ανάγκη συνεργασίας με την Άγκυρα έχει ενισχυθεί λόγω των νέων συνθηκών ασφαλείας στην Ευρώπη. Πρόκειται για μια προσέγγιση που παραπέμπει στη λογική των στρατηγικών εταιρικών σχέσεων με χώρες οι οποίες δεν βρίσκονται σε ενταξιακή τροχιά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αίρονται οι ευρωπαϊκές απαιτήσεις για δημοκρατία και ανθρώπινα δικαιώματα.
Το «Made with Europe» αντί του «Made in Europe»
Η πρακτική διάσταση αυτής της προσέγγισης αποτυπώθηκε στις επαφές του Τούρκου υπουργού Εμπορίου Ομέρ Μπολάτ στις Βρυξέλλες, στις 13 Οκτωβρίου, και στην επιχειρηματική σύνοδο ΕΕ–Τουρκίας. Ο Μπολάτ συναντήθηκε με τον επίτροπο Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς, με αντικείμενο την ενίσχυση της λειτουργίας της Τελωνειακής Ένωσης και την αντιμετώπιση των εμποδίων στη διμερή οικονομική συνεργασία.
Οι εμπορικές συναλλαγές ΕΕ–Τουρκίας ανήλθαν το 2025 σε 217,6 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, γεγονός που καθιστά την Τουρκία τον πέμπτο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Ένωσης στον τομέα των αγαθών. Η Άγκυρα επιδιώκει την επέκταση της Τελωνειακής Ένωσης στις υπηρεσίες, στις δημόσιες συμβάσεις και στο ηλεκτρονικό εμπόριο, αλλά και την αποτροπή νέων ευρωπαϊκών περιορισμών στις τουρκικές εξαγωγές.
Ο πρόεδρος του Συμβουλίου Εξωτερικών Οικονομικών Σχέσεων (DEİK), Ναΐλ Ολπάκ, συμπύκνωσε τις επιδιώξεις αυτές σε μια χαρακτηριστική πρόταση: το ευρωπαϊκό «Made in Europe» να μετατραπεί σε «Made with Europe». Η Τουρκία ζητά ουσιαστικά να αναγνωριστούν τα προϊόντα που παράγονται στο έδαφός της ως μέρος του ευρωπαϊκού βιομηχανικού οικοσυστήματος, χωρίς πρόσθετες ποσοστώσεις και αποκλεισμούς.
Το διακύβευμα αφορά κυρίως την αυτοκινητοβιομηχανία, καθώς η ΕΕ προωθεί κανόνες που θα ευνοούν την ευρωπαϊκή παραγωγή στις δημόσιες προμήθειες και στα προγράμματα κρατικών ενισχύσεων. Οι δυσκολίες έγιναν εμφανείς στις 16 Οκτωβρίου, όταν Γαλλία και Γερμανία συμφώνησαν σε κοινή πρόταση για την αυτοκινητοβιομηχανία, η οποία αφήνει περιθώριο συμμετοχής της Βρετανίας στο «Made in EU» υπό προϋποθέσεις, χωρίς να προβλέπει αντίστοιχη μεταχείριση για την Τουρκία. Πρόκειται ακόμη για πρόταση των δύο χωρών, όχι για οριστική ευρωπαϊκή νομοθεσία.
Παράκαμψη των εμποδίων στο SAFE μέσω διμερών συμφωνιών
Αντίστοιχη είναι η στρατηγική της Άγκυρας στην άμυνα. Η Τουρκία επιδιώκει να ενταχθεί στις ευρωπαϊκές αμυντικές αλυσίδες παραγωγής και να αποκτήσει ευρύτερη πρόσβαση στους μηχανισμούς χρηματοδότησης κοινών εξοπλισμών. Κεντρική θέση κατέχει το SAFE, το ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό εργαλείο ύψους 150 δισ. ευρώ, μέσω του οποίου παρέχονται δάνεια στα κράτη-μέλη για αμυντικές προμήθειες. Ο ευρωπαϊκός κανονισμός προβλέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τη συμμετοχή
επιχειρήσεων τρίτων χωρών στις προμήθειες που χρηματοδοτούνται από το πρόγραμμα.
Ωστόσο, η Τουρκία δεν έχει εξασφαλίσει τη διευρυμένη συμμετοχή των επιχειρήσεών της στο SAFE και αντιμετωπίζει την ελληνική αντίθεση. Η Αθήνα έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να συναινέσει στη σύναψη της απαιτούμενης ειδικής συμφωνίας ΕΕ–Τουρκίας όσο παραμένει σε ισχύ η τουρκική απειλή πολέμου (casus belli) σε περίπτωση επέκτασης της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης πέραν των 6 ναυτικών μιλίων στο Αιγαίο.
Ο σχετικός κανονισμός προβλέπει ότι η ευρύτερη συμμετοχή επιχειρήσεων από τρίτες χώρες, όπως η Τουρκία, απαιτεί ειδική συμφωνία με την ΕΕ, για την έγκριση της οποίας απαιτείται ομοφωνία των κρατών-μελών. Οι τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένουν κρίσιμα ζητήματα για την Ελλάδα και την Κύπρο. Παράλληλα, όμως, η Άγκυρα παρακάμπτει τα εμπόδια σε επίπεδο ΕΕ μέσω διμερών συνεργασιών με χώρες-μέλη, ανεξάρτητα από την πορεία των διαπραγματεύσεων για το SAFE. Η τουρκική Baykar ολοκλήρωσε τον Ιούνιο του 2025 την εξαγορά της ιταλικής Piaggio Aerospace και έχει δημιουργήσει κοινή εταιρεία με την ιταλική Leonardo για την ανάπτυξη και παραγωγή μη επανδρωμένων αεροπορικών συστημάτων.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της τουρκικής Otokar, του ομίλου Koc, η οποία τον Ιούνιο του 2026 εξαγόρασε το 96,77% της ρουμανικής εταιρείας αμυντικής βιομηχανίας Automecanica, αποκτώντας παραγωγικές εγκαταστάσεις εντός της ΕΕ. Στο εργοστάσιο της εταιρείας στη Ρουμανία κατασκευάζονται τεθωρακισμένα οχήματα COBRA II, στο πλαίσιο σύμβασης για την προμήθεια 1.059 οχημάτων στις ρουμανικές ένοπλες δυνάμεις. Στις 14 Οκτωβρίου ανακοινώθηκε επίσης σχέδιο ανάπτυξης κοινής τουρκοϊσπανικής έκδοσης του εκπαιδευτικού αεροσκάφους Hürjet. Στις 14 Οκτωβρίου ανακοινώθηκε επίσης σχέδιο ανάπτυξης κοινής τουρκοϊσπανικής έκδοσης του εκπαιδευτικού αεροσκάφους Hürjet.
Οι εξαγορές και οι συμπαραγωγές αυτές επιτρέπουν στις τουρκικές αμυντικές επιχειρήσεις να αποκτούν παραγωγική παρουσία εντός της ΕΕ και πρόσβαση σε ευρωπαϊκές τεχνολογίες και αγορές, χωρίς να προϋποθέτουν την ένταξη της Τουρκίας στην Ένωση.
Έτσι, ενώ η ενταξιακή διαδικασία εξακολουθεί να βρίσκεται σε αδιέξοδο, η Τουρκία επιχειρεί να εξασφαλίσει μια διαφορετική θέση μέσα στην ευρωπαϊκή οικονομική και αμυντική αρχιτεκτονική: Όχι εκείνη του κράτους-μέλους που αναλαμβάνει το σύνολο των πολιτικών και θεσμικών υποχρεώσεων της Ένωσης, αλλά του στενά συνδεδεμένου εταίρου που επιδιώκει πρόσβαση στις αγορές, στους πόρους και στις στρατηγικές δυνατότητές της.
newsbeast.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου