Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Σήμα κινδύνου για… διαιώνιση της δημογραφικής κατάρρευσης – 7 προτάσεις για να αυξηθούν οι γεννήσεις


Βασίλης Αγγελόπουλος • vaggelopoulos@naftemporiki.gr

Παρεμβάσεις για να περιοριστεί το δημογραφικό πρόβλημα με μείωση του κόστους μεγαλώματος ενός παιδιού, εναρμόνισης της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή και άμβλυνσης του οξύτατου στεγαστικού προβλήματος, ζητάει το Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών.

Οι ερευνητές του ΙΔΕΜ διαπιστώνουν πως με τις υπάρχουσες πολιτικές, που χαρακτηρίζονται από επιδόματα και αποσπασματικότητα, δεν επιτυγχάνεται ο στόχος της ανόρθωσης της γονιμότητας των νεότερων γενεών, που είναι το ζητούμενο.

Έτσι και αλλιώς, τα στοιχεία δείχνουν σημαντική συρρίκνωση των γεννήσεων. Από 117 χιλ. το 2007 – 2008, καταγράφηκαν λιγότερες από 65,5 χιλ. γεννήσεις το 2025, με το δείκτη γονιμότητας να βρίσκεται στα 1,45 παιδιά. Η συγκεκριμένη αρνητική πορεία εκτιμάται ότι δεν πρόκειται να αλλάξει. Όμως, αν υπάρξει στήριξη των νέων ηλικιών, κύρια στις γυναίκες 25 έως 44 ετών, από τις οποίες προκύπτει το 90% των γεννήσεων, τότε είναι εφικτός ο περιορισμός του προβλήματος.

Χαρακτηριστικό της πρακτικής δυσκολίας που υπάρχει, είναι ότι, σύμφωνα με τον Βύρωνα Κοτζαμάνη, Καθηγητή Δημογραφίας και ιδρυτικό μέλος της ΙΔΕΜ, «για να είχαμε το 2024 ίδιο αριθμό γεννήσεων και θανάτων (126 χιλ. περίπου) θα έπρεπε ο δείκτης γονιμότητας το έτος αυτό να υπερέβαινε τα 2,3 παιδιά, τιμή που δεν καταγράφεται σήμερα σε καμία από τις ανεπτυγμένες χώρες του πλανήτη, ακόμη και σε αυτές που υπάρχει ένα εξαιρετικά ευνοϊκό περιβάλλον για την δημιουργία οικογένειας και την απόκτηση παιδιών. Το 2060 όμως, ο ετήσιος δείκτης την χρονιά αυτή, αν δεν υπάρξει ένα θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, για να έχουμε τον ίδιο αριθμό γεννήσεων και θανάτων ο δείκτης α πρέπει να αγγίζει τα 3 παιδιά/γυναίκα. Δείκτες τόσο υψηλοί είναι αδύνατον να επιτευχθούν στο μέλλον και δεν είναι τυχαίο ότι δεν περιλαμβάνονται ακόμη και στα ευνοϊκότερα σενάρια προβολών.»


Το θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, αποτελεί τη μία βάση των μέτρων που προτείνονται από την ΙΔΕΜ. Η άλλη, αφορά παρεμβάσεις που επεκτείνονται στο σύνολο της αναπτυξιακής, οικονομικής πολιτικής της χώρας. Αυτές, κωδικοποιούνται ως εξής:

1) Στη μείωση του (άμεσου ή έμμεσου) εξαιρετικά υψηλού κόστους που προκύπτει από τη γέννηση και το μεγάλωμα ενός παιδιού στη χώρα μας (κόστη κυρίως εκπαίδευσης και υγείας).

2) Στην εναρμόνιση της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή.

3) Στην άμβλυνση των έμφυλων διακρίσεων στον δημόσιο και στον ιδιωτικό βίο.

4) Στην άμβλυνση του οξύτατου στεγαστικού προβλήματος μέσω ενός εκτεταμένου προγράμματος που θα στοχεύει στη δημιουργία ενός αποθέματος προσφερόμενων με χαμηλό ενοίκιο ενεργειακά αποδοτικών κατοικιών, που θα αντιστοιχούν στα στεγαστικά πρότυπα και τις μεταβαλλόμενες στεγαστικές ανάγκες κυρίως, αλλά όχι μόνον, των νεότερων γενεών.

5) Στην στήριξη των νεών γενεών κατά την είσοδό τους στην ενήλικη ζωή και στην αύξηση του διαθέσιμου πραγματικού τους εισοδήματός (της αγοραστικής τους δύναμης).

6) Στη μερική προστασία από κινδύνους που ενδεχομένως αυτές οι νέες γενιές να αντιμετωπίσουν μέσω μιας διευρυμένης και στοχευμένης κοινωνικής πολιτικής.

7) Στην άρση του κλίματος αβεβαιότητας – έλλειψης εμπιστοσύνης στο μέλλον. Σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη «η υφιστάμενη σήμερα αβεβαιότητα δημιουργεί ανασφάλεια και επηρεάζει αναπόφευκτα και την απόφαση για μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις (όπως αυτήν της δημιουργίας οικογένειας και την απόκτηση παιδιών) καθώς ο φόβος ενός ασταθούς μέλλοντος ωθεί τις νεότερες γενεές στο να αναβάλλουν ή ακόμη και να εγκαταλείψουν τα οικογενειακά τους σχέδια. Η στάση τους αποτυπώνει ένα έλλειμμα εμπιστοσύνης, που αποτελεί και τον ακρογωνιαίο λίθο της δημοκρατίας και της κοινωνικής ζωής, χωρίς την οποία η συνύπαρξη είναι δύσκολα νοητή. Η αποκατάστασή της εμπιστοσύνης και στη χώρα μας, απαιτεί συλλογική προσπάθεια και προϋποθέτει δίκαιους θεσμούς, διαφάνεια, λογοδοσία, παιδεία που καλλιεργεί την ενσυναίσθηση και την αλληλεγγύη, καθώς και ένα κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο λιγότερο άνισο και ανταγωνιστικό και περισσότερο συνεργατικό.»
Κατάρρευση των γεννήσεων μετά το 1980 και φυγή στο εξωτερικό

Τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της το ΙΔΕΜ, αναδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος, καθώς μειώνονται συνεχώς οι γυναίκες, ηλικίας 25 – 44 ετών. Ανάμεσα στο 2007 και στο 2025, μειώθηκε κατά 27% ο πληθυσμός της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας γυναικών. Αιτίες είναι αφενός η κατάρρευση των γεννήσεων μετά το 1980, αφετέρου η μαζική φυγή στο εξωτερικό ατόμων (άρα και γυναικών) αυτής της ηλικιακής ομάδας, από το 2010 και μετά.

Φαίνεται επίσης ότι από το 1960 και μετά, οι επόμενες γενεές εκτός του ότι αποκτούν όλο και λιγότερα παιδιά, τα αποκτούν σε ολοένα και μεγαλύτερη ηλικία. Ο μέσος όρος που γίνονταν γονείς ήταν τα 26 έτη για όσους γεννήθηκαν μετά το 1960 και αυξήθηκε στα 31,5 έτη για όσους γεννήθηκαν μετά το 1985. Επίσης, το ποσοστό όσων γυναικών γέννησαν και ήταν μικρότερες των 25 ετών, μειώθηκε από 28% το 1960, σε 10,4% σήμερα.

Αντίστροφα, το ποσοστό των γυναικών που γέννησαν παιδί ενώ ήταν άνω των 40 ετών, από 3,8% που ήταν το 1960, ανήλθε στο 10,7% το 2023 – 20224. Ραγδαία αύξηση όμως, καταγράφει και το ποσοστό των ζευγαριών που δεν αποκτούν παιδιά. Από 13 – 14% στις γεννές του 1960, το συγκεκριμένο ποσοστό αυξήθηκε στο 24% για γενιές που γεννήθηκαν πέριξ του 1985.

Την ίδια στιγμή, μειώνεται σημαντικά το πλήθος των γυναικών που επιλέγουν να φέρουν στον κόσμο, τρία παιδιά και άνω. Ακριβέστερα, τα στοιχεία του ΙΔΕΜ δείχνουν ότι στη συγκεκριμένη κατηγορία γυναικών, από 300 στις 1.000 που ήταν για όσες γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1955 – 1960, υποχώρησαν στις 130 στις 1.000 για όσες γεννήθηκαν γύρω από το 1985.

naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου