Σάββατο 22 Αυγούστου 2026
Ομόλογα: Γιατί οι κεντρικές τράπεζες δεν θα παρέμβουν να σταματήσουν το μεγάλο ξεπούλημα
Νατάσα Στασινού • nstasinou@naftemporiki.gr
Οι επενδυτές που περιμένουν από τις κεντρικές τράπεζες να βάλουν «φρένο» στην αναταραχή της αγοράς ομολόγων πιθανότατα θα απογοητευθούν.
Εκτός εάν το sell-off εξελιχθεί σε οξεία απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, οι κεντρικές τράπεζες δεν έχουν λόγο να παρέμβουν, αλλά θα επιλέξουν να κρατήσουν αποστάσεις, σύμφωνα με τον Neil Shearing, επικεφαλής οικονομολόγο της Capital Economics.
Μιλώντας σε webinar της Capital Economics για την εκτίναξη των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, το οποίο παρακολούθησε η «Ν», ο Shearing υπογράμμισε ότι, με τα σημερινά δεδομένα, οι νομισματικές αρχές αντιμετωπίζουν το πρόβλημα ως δημοσιονομικό και όχι νομισματικό. Και αυτό σημαίνει ότι η ευθύνη για την αντιμετώπισή του περνά στις κυβερνήσεις.
Το μπαλάκι στις κυβερνήσεις
«Οι κεντρικές τράπεζες δεν το θεωρούν δικό τους πρόβλημα», ήταν το βασικό μήνυμα της ανάλυσής του. Η άνοδος των αποδόσεων αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τις ανησυχίες των επενδυτών για τα υψηλά δημόσια χρέη, τα επίμονα δημοσιονομικά ελλείμματα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.
Το όριο για να αλλάξει αυτή η στάση είναι αρκετά υψηλό. Μια κεντρική τράπεζα θα μπορούσε να αναγκαστεί να δράσει εάν η άνοδος των αποδόσεων πάψει να αποτελεί απλώς μια βίαιη αναπροσαρμογή των τιμών και αρχίσει να απειλεί τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Με άλλα λόγια, η πτώση των τιμών των ομολόγων ή η αύξηση του κόστους δανεισμού δεν αρκούν από μόνες τους για να δικαιολογήσουν παρέμβαση. Θα πρέπει η αναταραχή να μετατραπεί σε κρίση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Όσο αυτό δεν συμβαίνει, σύμφωνα με τον Shearing, η αντιμετώπιση του προβλήματος βρίσκεται στα χέρια των κυβερνήσεων. Και αυτές έχουν ουσιαστικά τρεις επιλογές.
2 αμφιλεγόμενες επιλογές και 1 ουσιαστική λύση
1. Διαχείριση του χρέους: Από τις επαναγορές στη στροφή στις μικρότερες διάρκειες
Η πρώτη λύση είναι η χρήση τεχνικών διαχείρισης του δημόσιου χρέους, με στόχο να περιοριστεί η πίεση στις αγορές χωρίς να αλλάξει άμεσα η συνολική δημοσιονομική πολιτική.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι επαναγορές κρατικών ομολόγων, ένα εργαλείο που έχει χρησιμοποιήσει στις ΗΠΑ ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ.
Μία κυβέρνηση μπορεί επίσης να αλλάξει τη σύνθεση των εκδόσεών της: να αυξήσει την προσφορά βραχυπρόθεσμων τίτλων και να περιορίσει τις εκδόσεις μακροπρόθεσμων ομολόγων, εφόσον το μεγαλύτερο μέρος της πίεσης συγκεντρώνεται στο μακρύ άκρο της καμπύλης αποδόσεων.
Τέτοιες κινήσεις μπορούν να προσφέρουν ανάσα στην αγορά και να περιορίσουν τις πιέσεις στις μακροπρόθεσμες αποδόσεις. Δεν εξαφανίζουν, όμως, το ίδιο το χρέος ούτε αντιμετωπίζουν τη δημοσιονομική αιτία που βρίσκεται πίσω από την ανησυχία των επενδυτών.
2. «Financial repression»: Περισσότερα κρατικά ομόλογα στις τράπεζες
Η δεύτερη επιλογή είναι πιο αμφιλεγόμενη: το λεγόμενο financial repression ή χρηματοπιστωτική καταστολή.
Στην πράξη, μία κυβέρνηση μπορεί να δημιουργήσει ένα πλαίσιο στο οποίο οι εγχώριες εμπορικές τράπεζες και άλλοι θεσμικοί επενδυτές έχουν ισχυρότερα κίνητρα –ή υποχρεώσεις– να διακρατούν μεγαλύτερες ποσότητες κρατικών ομολόγων.
Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια πιο σταθερή εγχώρια βάση αγοραστών για το δημόσιο χρέος, μειώνοντας την εξάρτηση από τις διαθέσεις των διεθνών αγορών.
Πρόκειται ουσιαστικά για έναν τρόπο διοχέτευσης μεγαλύτερου μέρους της εγχώριας αποταμίευσης προς τη χρηματοδότηση του κράτους. Είναι ένα εργαλείο που έχει χρησιμοποιηθεί σε διαφορετικές μορφές στο παρελθόν, αλλά συνοδεύεται από σημαντικές στρεβλώσεις και κόστος για το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τους αποταμιευτές.
3. Δημοσιονομική προσαρμογή: Η δύσκολη λύση που χτυπά τη ρίζα του προβλήματος
Η τρίτη επιλογή είναι και η πιο δύσκολη πολιτικά, αλλά ταυτόχρονα η μόνη που, σύμφωνα με τη λογική της ανάλυσης του Shearing, αντιμετωπίζει τη ρίζα του προβλήματος.
Η δημοσιονομική προσαρμογή σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να περιορίσουν τα ελλείμματα και να διαμορφώσουν μια αξιόπιστη πορεία σταθεροποίησης του δημόσιου χρέους.
Εάν οι επενδυτές ανεβάζουν το απαιτούμενο επιτόκιο επειδή αμφισβητούν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, ούτε οι τεχνικές παρεμβάσεις στην αγορά ούτε η αλλαγή της σύνθεσης των εκδόσεων μπορούν να εξαλείψουν μόνιμα αυτή την αμφιβολία.
Το μήνυμα προς τις κυβερνήσεις
Η διάκριση που κάνει ο Shearing είναι κρίσιμη για το πώς πρέπει να διαβαστεί το σημερινό sell-off.
Εάν επρόκειτο για μια κρίση ρευστότητας ή για μια δυσλειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, οι κεντρικές τράπεζες θα είχαν λόγο να μπουν στο παιχνίδι. Όταν όμως οι αγορές ζητούν υψηλότερες αποδόσεις επειδή ανησυχούν για το χρέος και τα ελλείμματα, η λύση δεν βρίσκεται στα χέρια των κεντρικών τραπεζιτών.
Βρίσκεται στα υπουργεία Οικονομικών.
Και εκεί η επιλογή είναι τελικά ανάμεσα στο να διαχειριστούν την πίεση, να κατευθύνουν περισσότερα εγχώρια κεφάλαια προς το δημόσιο χρέος ή να αντιμετωπίσουν το ίδιο το δημοσιονομικό πρόβλημα.
naftemporiki.gr
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου