Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Δεν υπάρχει θεραπεία ή αντίδοτο για τον ιό του Δυτικού Νείλου – Βαριά «κληρονομιά» σε όσους νοσήσουν σοβαρά


Χωρίς ειδική θεραπευτική αγωγή ή αντίδοτο παραμένει μέχρι σήμερα η επιστημονική κοινότητα απέναντι στον ιό του Δυτικού Νείλου, γεγονός που καθιστά την πρόληψη το μοναδικό όπλο θωράκισης. Η απειλή της νόσου, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στην περίοδο της νοσηλείας, καθώς οι επιπτώσεις της συχνά ταλαιπωρούν τους ασθενείς για μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμη και μετά την ανάρρωσή τους, αφήνοντας βαριά κληρονομιά στον οργανισμό.

Σύμφωνα με την καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου που μίλησε στο EΡΤ news, Ελλάδα και η Ιταλία έχουν την ευρωπαϊκή πρωτοκαθεδρία στη διασπορά του ιού.

Καθώς δεν υφίσταται ειδικό φάρμακο, η ιατρική κοινότητα περιορίζεται αποκλειστικά στη συμπτωματική νοσηλεία.

Η αναχαίτιση της απειλής απαιτεί συντονισμένη στρατηγική σε δύο μέτωπα. Σε θεσμικό επίπεδο, η πολιτεία επενδύει σε προγράμματα ψεκασμών για τη δραστική μείωση του πληθυσμού των κουνουπιών.

Σε ιδιωτικό επίπεδο, η ατομική και οικογενειακή προστασία βασίζεται στη συστηματική χρήση εντομοαπωθητικών σώματος και χώρου, καθώς και στην επιστράτευση κουνουπιέρων, ανεμιστήρων ή κλιματιστικών συσκευών.
Εγρήγορση κατά τις απογευματινές και νυχτερινές ώρες

Κρίσιμο σημείο της αμυντικής θωράκισης αποτελεί η εξάλειψη των εστιών στάσιμου νερού, οι οποίες λειτουργούν ως ιδανικά εκκολαπτήρια για τα έντομα.

Η εγρήγορση των πολιτών επιβάλλεται να εντείνεται κατά τις απογευματινές και νυχτερινές ώρες, περίοδο κατά την οποία η δραστηριότητα των κουνουπιών κορυφώνεται.
Ξεπεράστηκε η περυσινή ετήσια θνησιμότητα

Ο απολογισμός των θυμάτων μετρά ήδη 15 χαμένες ζωές, ξεπερνώντας την περυσινή ετήσια θνησιμότητα. Με δεδομένο ότι η δραστηριότητα των κουνουπιών εκτείνεται παραδοσιακά μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου, η καταγραφή νέων κρουσμάτων θεωρείται σχεδόν βέβαιη.

Η καθηγήτρια υπογράμμισε ότι ο ιός του Δυτικού Νείλου αποτελεί ενδημική απειλή για την Ελλάδα από το 2010, εμφανίζοντας έντονες ετήσιες διακυμάνσεις, με αποκορύφωμα το μαύρο ρεκόρ του 2018, όταν καταγράφηκαν 50 θάνατοι.

Αν και ο κίνδυνος μόλυνσης αφορά το σύνολο του πληθυσμού, η πιθανότητα εκδήλωσης σοβαρής νόσησης πολλαπλασιάζεται για τους πολίτες άνω των 60 ετών, τους ανοσοκατασταλμένους και όσους ταλαιπωρούνται από υποκείμενα νοσήματα.

Στην πλειονότητά τους, περίπου 8 στους 10 φορείς παραμένουν πλήρως ασυμπτωματικοί. Αντιθέτως, ποσοστό 20% εμφανίζει ήπια συμπτώματα, όπως πυρετό, κεφαλαλγία, μυαλγίες και έντονη ατονία, τα οποία συχνά παρερμηνεύονται ως μια κοινή καλοκαιρινή ίωση.
Εγκεφαλίτιδα

Η εφιαλτική πτυχή της νόσου αφορά την προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος, η οποία εκδηλώνεται με τη μορφή εγκεφαλίτιδας. Συναγερμό για άμεση ιατρική διάγνωση και νοσοκομειακή αξιολόγηση πρέπει να σημάνει η εμφάνιση υψηλού πυρετού, έντονου πονοκεφάλου, αυχενικής δυσκαμψίας, σύγχυσης, ληθάργου, σπασμών ή χαλαρής παράλυσης.

Στα βαριά περιστατικά, η εισαγωγή σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και η μηχανική υποστήριξη της αναπνοής κρίνονται συχνά επιβεβλημένες. Για τις περιπτώσεις αυτές, το ποσοστό θνητότητας κυμαίνεται μεταξύ 10% και 20%, ανάλογα με το ιατρικό ιστορικό του ασθενούς. Η διάγνωση πραγματοποιείται αποκλειστικά σε νοσοκομειακό περιβάλλον με εξειδικευμένες εργαστηριακές εξετάσεις, καθώς η ραγδαία επιδείνωση των νευρολογικών συμπτωμάτων καθιστά την έγκαιρη ιατρική παρέμβαση ζήτημα ζωής και θανάτου.

Εντωμεταξύ, στο επίκεντρο της έξαρσης βρίσκονται η Αττική, η Θεσσαλία και η Κεντρική Μακεδονία, περιοχές που παρουσιάζουν τη δυναμικότερη κυκλοφορία του μολυσματικού παράγοντα. Λόγω του αυξημένου επιδημιολογικού φορτίου, ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ) παρακολουθεί στενά την εξέλιξη, χαρτογραφώντας και δημοσιοποιώντας τα σχετικά δεδομένα σε εβδομαδιαία βάση.

Η βαριά «κληρονομιά»

Η απειλή, ωστόσο, δεν εκτονώνεται απαραίτητα με την έξοδο από το νοσοκομείο, καθώς η νόσος αφήνει συχνά βαριά κληρονομιά σε όσους κατάφεραν να επιβιώσουν από τη σοβαρή μορφή της. Έντονη σωματική εξάντληση, αστάθεια κατά τη βάδιση και σοβαρή αδυναμία συγκέντρωσης αποτελούν μερικές μόνο από τις χρόνιες παρενέργειες που ταλαιπωρούν τους ασθενείς, καθηλώνοντάς τους σε μια επίπονη και μακροχρόνια περίοδο αποθεραπείας.




naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου