Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Από την Ουάσινγκτον προς όλο τον κόσμο: Τι διακυβεύεται στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου και γιατί η μάχη για το Κογκρέσο μας αφορά


 Απομένουν 36 ημέρες μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, ωστόσο εδώ και μία εβδομάδα άρχισαν ήδη να κατατίθενται ψηφοδέλτια για την κάλπη του Νοεμβρίου. Ξεκίνησε δηλαδή το λεγόμενο «early voting», η πρόωρη ψηφοφορία στη Μινεσότα, τη Νότια Ντακότα και τη Βιρτζίνια. Ποιο είναι όμως το διακύβευμα των ενδιάμεσων εκλογών και τι σηματοδοτεί η εναλλαγή στην εξουσία του Κογκρέσου που ακολουθεί πάντα 2 χρόνια μετά τις προεδρικές εκλογές;


Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ είναι γενικές εκλογές που διεξάγονται κάθε τέσσερα χρόνια, ακριβώς στη μέση της τετραετούς θητείας του προέδρου. Παρότι ο πρόεδρος δεν συμμετέχει στην εκλογική διαδικασία, οι εκλογές αυτές είναι ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς καθορίζουν ποιο πολιτικό κόμμα θα ελέγχει το Κογκρέσο, επηρεάζοντας άμεσα την ικανότητα του προέδρου να ψηφίζει νόμους και να εφαρμόζει την πολιτική του.

Στη Βουλή των Αντιπροσώπων εκλέγονται και οι 435 έδρες, επειδή οι βουλευτές έχουν διετή θητεία, ενώ στη Γερουσία ανανεώνεται περίπου το ένα τρίτο των 100 εδρών κάθε δύο χρόνια, καθώς οι γερουσιαστές υπηρετούν εξαετή, κλιμακωτή θητεία. Παράλληλα, διεξάγονται εκλογές για κυβερνήτες πολιτειών, πολιτειακούς νομοθέτες, δημάρχους και άλλους τοπικούς αξιωματούχους.

Αυτή την περίοδο, επικρατεί αυτό που αποκαλείται «κόκκινο κύμα», καθώς οι Ρεπουμπλικανοί ελέγχουν τον Λευκό Οίκο και διαθέτουν οριακές πλειοψηφίες τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία. Κατέχουν 220 έδρες έναντι 215 των Δημοκρατικών στη Βουλή, ενώ στη Γερουσία διαθέτουν 53 έδρες έναντι 47 των Δημοκρατικών. Αυτή η πολιτική υπεροχή έχει διευκολύνει τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να προωθεί και να ψηφίζει τη νομοθετική του ατζέντα.

Η δυναμική της εναλλαγής στα σώματα του Κογκρέσου

Στις ενδιάμεσες εκλογές, οι ψηφοφόροι εκλέγουν τον εκπρόσωπό τους στη Βουλή και, όταν προβλέπεται ανανέωση της συγκεκριμένης έδρας, έναν από τους γερουσιαστές της πολιτείας τους. Το κόμμα που εξασφαλίζει την πλειοψηφία των εδρών σε ένα από τα δύο σώματα αποκτά τον έλεγχο του συγκεκριμένου σώματος. Αν το κόμμα του προέδρου διατηρεί τον έλεγχο του Κογκρέσου, συνήθως διευκολύνεται η προώθηση νομοθεσίας, προϋπολογισμών, φορολογικών αλλαγών και ο διορισμός ομοσπονδιακών αξιωματούχων και δικαστών, ενώ, αν το αντίπαλο κόμμα αποκτήσει τον έλεγχο ενός ή και των δύο σωμάτων, μπορεί να αυξηθούν οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, να δυσκολευτεί η ψήφιση νομοσχεδίων και να ενταθεί η κοινοβουλευτική εποπτεία και οι έρευνες για την κυβέρνηση.

Για τον λόγο αυτό, οι ενδιάμεσες εκλογές θεωρούνται συχνά ένας τρόπος με τον οποίο οι ψηφοφόροι εκφράζουν την ικανοποίησή ή τη δυσαρέσκειά τους για την κυβέρνηση, ενώ ιστορικά το κόμμα που κατέχει τον Λευκό Οίκο τείνει να χάνει έδρες στις ενδιάμεσες εκλογές.

Ανατρέχοντας στην πρόσφατη εκλογική ιστορία των ΗΠΑ, αυτό που διαπιστώνει κανείς είναι πως, για 12 χρόνια, από το 2014 έως σήμερα, κάθε δύο χρόνια οι Αμερικανοί ψηφοφόροι έχουν απομακρύνει είτε την πλειοψηφία στη Βουλή, είτε την πλειοψηφία στη Γερουσία, είτε την προεδρία. Ή έναν συνδυασμό των τριών, κάθε δύο χρόνια.

Έτσι, κυριολεκτικά σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, οι ψηφοφόροι απομακρύνουν τουλάχιστον ένα κομματικό ηγετικό σχήμα από ένα από τα δύο σώματα του Κογκρέσου ή από την προεδρία, και βλέπουμε αυτό το εκλογικό «μπρος-πίσω» ξανά και ξανά, εδώ και δύο δεκαετίες.

Το 2004 ο Καρλ Ρόουβ, ο στρατηγικός νους των Ρεπουμπλικανών, υποσχόταν μια μόνιμη ρεπουμπλικανική πλειοψηφία, όμως, το 2006, η Νάνσι Πελόζι έγινε πρόεδρος της Βουλής.

Το 2008 ο Μπαράκ Ομπάμα κέρδισε και όλοι στα μέσα ενημέρωσης έλεγαν πως αυτή πρόκειται να είναι μια μόνιμη δημοκρατική πλειοψηφία.

Ωστόσο, το 2010 κέρδισε το Tea Party και το ρεπουμπλικανικό σύμπαν τότε έλεγε: «Αλλάξαμε για πάντα την πολιτική».

Το «για πάντα» κράτησε ως το 2013 οπότε και επανεξελέγη ο Ομπάμα πρόεδρος, ενώ το 2018, η Νάνσι Πελόζι έγινε και πάλι πρόεδρος της Βουλής.

Το Κογκρέσο κρίνει την ατζέντα Τραμπ

Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ αποτελούν δύσκολη δοκιμασία για το κόμμα του Λευκού Οίκου. Από τις 20 αναμετρήσεις μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στις 18 το κόμμα του προέδρου έχασε έδρες στη Βουλή, με εξαιρέσεις το 1998 επί Μπιλ Κλίντον και το 2002 επί Τζορτζ Μπους.

Οι ψηφοφόροι έχουν την ευκαιρία να επαναφέρουν μια ισορροπία δυνάμεων και να επιλέξουν βουλευτές του Κογκρέσου που ευθυγραμμίζονται περισσότερο με την ατζέντα του Προέδρου ή, αντίθετα, βρίσκονται σε μεγαλύτερη απόσταση από αυτήν, γι’ αυτό και οι ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν βαρόμετρο για την απόδοση του Προέδρου.

Το 2022, οι Δημοκρατικοί έχασαν τον έλεγχο της Βουλής επί Τζο Μπάιντεν. Σήμερα, το ενδιαφέρον στρέφεται στον Ντόναλντ Τραμπ και στην οικονομία εν μέσω δύο πολέμων.

Η αποδοχή του προέδρου μεταξύ ανεξάρτητων ψηφοφόρων καταγράφεται στο 34%, ενώ πληθωρισμός, οικονομία και πόλεμος παραμένουν βασικά ζητήματα.

Η κάλπη έχει σημασία και για τους επενδυτές: πάνω από το 60% των Αμερικανών έχει έκθεση στο χρηματιστήριο, τα επιτόκια ανεβαίνουν για πρώτη φορά έπειτα από τρία χρόνια, ενώ ο S&P 500 έχει ισχυρή ετήσια επίδοση.

Η διατήρηση του ελέγχου του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικανούς θα ανοίξει τον δρόμο για νέες μεταρρυθμίσεις υπέρ των αγορών, ενώ μια νίκη των Δημοκρατικών σε ένα από τα δύο σώματα θα φρενάρει νομοσχέδια και πρωτοβουλίες του προέδρου.

Σε περίπτωση ενός διχασμένου Κογκρέσου, η πολιτική αντιπαράθεση συχνά οδηγεί σε νομοθετικό αδιέξοδο, περιορίζοντας τα περιθώρια για μεγάλες αλλαγές.

Οι ενδιάμεσες εκλογές αφορούν και την Ευρώπη

Οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές του 2026 μπορεί να ανατρέψουν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό, καθώς ο έλεγχος του Κογκρέσου καθορίζει την εξωτερική πολιτική της Ουάσινγκτον. Οι αποφάσεις της Ουάσινγκτον δεν περιορίζονται στα αμερικανικά σύνορα.

Μια πιθανή επικράτηση των Δημοκρατικών απειλεί να μπλοκάρει τις πρωτοβουλίες του Ντόναλντ Τραμπ, προκαλώντας αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές και την ενέργεια.

Στην Ευρώπη, οι εξελίξεις στις ΗΠΑ θα επηρεάσουν άμεσα την αμυντική στρατηγική του ΝΑΤΟ και τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας, αναγκάζοντας ίσως την ΕΕ να επιταχύνει την αυτόνομη θωράκισή της. Παράλληλα, οι ανακατατάξεις στην εμπορική πολιτική των ΗΠΑ θα επανακαθορίσουν τις σχέσεις με την Κίνα και τη Μέση Ανατολή, επηρεάζοντας τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και το κόστος διαβίωσης σε όλο τον πλανήτη.

Από τον πόλεμο και την ασφάλεια έως την προστασία του περιβάλλοντος, η πολιτική των ΗΠΑ επηρεάζει συμμάχους και χώρες σε όλο τον κόσμο. Με τον πόλεμο στην Ουκρανία να παραμένει στο επίκεντρο, οι σχέσεις των ΗΠΑ με τους συμμάχους τους και η στάση του Αμερικανού προέδρου απέναντι στη Ρωσία αποκτούν μεγάλη σημασία και επηρεάζουν τις διεθνείς ισορροπίες.

Το ίδιο ή και χειρότερο είναι το αποτύπωμα του πολέμου στο Ιράν στις τιμές του πετρελαίου και γενικότερα στην διατήρηση ή μη των γεωπολιτικών ισορροπιών, που όλο φαίνεται να αλλάζουν, επιβαρύνοντας την τσέπη και του Αμερικανού, αλλά και του κάθε πολίτη, σε όποια χώρα κι αν αυτός κατοικεί.

newsbeast.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου