Στο Αιγαίο, τέσσερα ναυτικά μίλια αρκούν για να χωρέσουν μισό αιώνα ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.
Στις 18 Σεπτεμβρίου 1931 δημοσιεύτηκε ένα σύντομο Προεδρικό Διάταγμα, το οποίο 95 χρόνια αργότερα εξακολουθεί να βρίσκεται πίσω από αναχαιτίσεις, διπλωματικές ανακοινώσεις και τις συχνές καταγραφές περί «παραβιάσεων του εθνικού εναέριου χώρου».
Η Ελλάδα έχει καθορίσει τον εθνικό εναέριο χώρο της στα 10 ναυτικά μίλια από τις ακτές, ενώ η αιγιαλίτιδα ζώνη της στο Αιγαίο παραμένει στα 6 ναυτικά μίλια. Η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την ελληνική κυριαρχία στην εναέρια ζώνη μεταξύ των 6 και των 10 μιλίων και τη θεωρεί διεθνή εναέριο χώρο.
Αυτό είναι το σημείο από το οποίο ξεκινούν πολλά από τα επεισόδια πάνω από το Αιγαίο.
Μόλις στις 11 Σεπτεμβρίου 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΓΕΕΘΑ, καταγράφηκαν δέκα παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και ισάριθμες παραβάσεις των κανόνων εναέριας κυκλοφορίας στο FIR Αθηνών, με τη συμμετοχή έξι τουρκικών F-16 και τριών UAV. Δύο από τα περιστατικά κατέληξαν σε εμπλοκές με ελληνικά μαχητικά.
Τι ακριβώς όρισε το διάταγμα του 1931
Στο ΦΕΚ Α’ 325 της 18ης Σεπτεμβρίου 1931 δημοσιεύτηκε το Προεδρικό Διάταγμα «Περί καθορισμού πλάτους χωρικών υδάτων, όσον αφορά τα ζητήματα της Αεροπορίας και Αστυνομίας αυτής».
Το άρθρο 1 καθορίζει στα δέκα ναυτικά μίλια από τις ακτές του κράτους το πλάτος των χωρικών υδάτων για τους σκοπούς της αεροπορίας και της αστυνόμευσής της. Το κείμενο υπάρχει και σε επίσημη αγγλική μετάφραση του ΟΗΕ.
Η κρίσιμη λεπτομέρεια είναι ότι το διάταγμα δεν επεκτείνει συνολικά την ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη στα 10 μίλια.
Θέσπισε ειδικό όριο για την αεροπορία και τον έλεγχό της. Αυτή η ειδική ρύθμιση αποτελεί έκτοτε τη βάση της ελληνικής θέσης για εθνικό εναέριο χώρο 10 ναυτικών μιλίων.
Πέντε χρόνια αργότερα, ο Αναγκαστικός Νόμος 230/1936 καθόρισε τη γενική ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη στα 6 ναυτικά μίλια. Περιείχε όμως επιφύλαξη υπέρ ειδικών διατάξεων που προέβλεπαν μεγαλύτερο ή μικρότερο εύρος. Η Αθήνα θεωρεί ότι με αυτήν την επιφύλαξη διατηρήθηκε σε ισχύ η ειδική αεροπορική ρύθμιση του 1931, όπως εξηγεί αναλυτικά το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας.
Έτσι δημιουργήθηκε η σημερινή εικόνα:
• Αιγιαλίτιδα ζώνη στο Αιγαίο: 6 ναυτικά μίλια, δηλαδή περίπου 11,1 χιλιόμετρα.
• Ελληνικός εθνικός εναέριος χώρος: 10 ναυτικά μίλια, δηλαδή 18,52 χιλιόμετρα, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία και θέση.
• FIR Αθηνών: Πολύ ευρύτερη περιοχή παροχής υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας, η οποία δεν αποτελεί στο σύνολό της ελληνικό κυρίαρχο χώρο.
Τι προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο
Η Σύμβαση του Σικάγου για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία, η οποία υπογράφηκε το 1944, αναγνωρίζει στο άρθρο 1 την πλήρη και αποκλειστική κυριαρχία κάθε κράτους στον εναέριο χώρο πάνω από την επικράτειά του. Στο άρθρο 2 διευκρινίζει ότι στην επικράτεια περιλαμβάνονται οι χερσαίες περιοχές και τα χωρικά ύδατα.
Ανάλογη είναι η αρχιτεκτονική της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας: το άρθρο 2 προβλέπει ότι η κυριαρχία του παράκτιου κράτους εκτείνεται στην αιγιαλίτιδα ζώνη και στον εναέριο χώρο από πάνω της, ενώ το άρθρο 3 επιτρέπει τον καθορισμό χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια.
Επομένως, ο συνήθης διεθνής κανόνας είναι το εξωτερικό όριο του εθνικού εναέριου χώρου να συμπίπτει με εκείνο της αιγιαλίτιδας ζώνης. Η ελληνική περίπτωση, με 6 μίλια στη θάλασσα και 10 στον αέρα, είναι διεθνώς μοναδική.
Η διαπίστωση αυτή, όμως, δεν λύνει αυτομάτως τη νομική διαφορά. Η Ελλάδα επικαλείται ότι η ρύθμιση του 1931:
• προηγήθηκε της Σύμβασης του Σικάγου κατά δεκατρία χρόνια,
• δημοσιεύτηκε επισήμως και δεν αποτελούσε μυστική ή άτυπη διεκδίκηση,
• γνωστοποιήθηκε μέσω διεθνών αεροναυτικών εκδόσεων και χαρτών,
• εφαρμόστηκε επί δεκαετίες χωρίς έγκαιρη τουρκική αντίδραση.
Σύμφωνα με την επίσημη ελληνική παρουσίαση του ΓΕΕΘΑ, αεροναυτικοί χάρτες που κυκλοφόρησαν στο πλαίσιο του ICAO απεικόνιζαν το ελληνικό όριο των 10 μιλίων, ενώ η Τουρκία δεν είχε διατυπώσει αντίρρηση για δεκαετίες.
Η Αθήνα επικαλείται αυτήν τη μακρά και δημόσια πρακτική ως στοιχείο αποδοχής ή, τουλάχιστον, απουσίας έγκαιρης αμφισβήτησης. Η απεικόνιση ενός ορίου σε διεθνείς αεροναυτικούς χάρτες, πάντως, δεν ισοδυναμεί από μόνη της με δικαστική κρίση για τη νομιμότητά του.
Το συγκεκριμένο ζήτημα δεν έχει κριθεί με δεσμευτική απόφαση διεθνούς δικαστηρίου.
Η θέση της Τουρκίας
Η συστηματική τουρκική αμφισβήτηση εκδηλώθηκε στην πράξη μετά το 1974 και παγιώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1970 – περισσότερα από σαράντα χρόνια μετά τη δημοσίευση του ελληνικού διατάγματος.
Στην επίσημη παρουσίαση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, η Άγκυρα υποστηρίζει ότι το όριο του εθνικού εναέριου χώρου πρέπει να συμπίπτει με εκείνο των χωρικών υδάτων. Κατά συνέπεια, αναγνωρίζει ελληνική κυριαρχία έως τα 6 ναυτικά μίλια και θεωρεί τη ζώνη μεταξύ 6 και 10 μιλίων τμήμα του διεθνούς εναέριου χώρου.
Η τουρκική πλευρά χαρακτηρίζει την ελληνική ρύθμιση αντίθετη προς το Διεθνές Δίκαιο. Η Αθήνα απαντά ότι η Άγκυρα δεν μπορεί να αγνοεί μια προγενέστερη, δημοσιευμένη και επί μακρόν εφαρμοζόμενη κρατική πράξη, την οποία δεν είχε αμφισβητήσει εγκαίρως.
Το επίδικο, επομένως, δεν είναι εάν το ελληνικό διάταγμα υπάρχει – αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Το επίδικο είναι ποια αποτελέσματα παράγει σήμερα στο Διεθνές Δίκαιο.
FIR Αθηνών και εθνικός εναέριος χώρος δεν είναι το ίδιο
Στη δημόσια συζήτηση συχνά συγχέονται τρεις διαφορετικές έννοιες: η αιγιαλίτιδα ζώνη, ο εθνικός εναέριος χώρος και το FIR Αθηνών.
Το FIR, από τα αρχικά του όρου Flight Information Region, είναι περιοχή μέσα στην οποία ένα κράτος έχει αναλάβει την παροχή πληροφοριών πτήσης, υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας και συναγερμού. Τα όρια του FIR Αθηνών καθορίστηκαν μέσω περιφερειακών συμφωνιών στο πλαίσιο του ICAO κατά τη δεκαετία του 1950.
Η ευθύνη διαχείρισης ενός FIR δεν δημιουργεί εθνική κυριαρχία πάνω σε ολόκληρη την περιοχή του. Το FIR Αθηνών περιλαμβάνει τόσο ελληνικό όσο και διεθνή εναέριο χώρο.
Γι’ αυτό και οι ελληνικές στρατιωτικές ανακοινώσεις διακρίνουν:
• Την παράβαση κανόνων εναέριας κυκλοφορίας, όπως η είσοδος στο FIR χωρίς την υποβολή του προβλεπόμενου σχεδίου πτήσης.
• Την παραβίαση του εθνικού εναέριου χώρου, δηλαδή την είσοδο χωρίς άδεια εντός του ορίου κυριαρχίας που η Ελλάδα τοποθετεί στα 10 ναυτικά μίλια.
Οι δύο καταγραφές δεν είναι συνώνυμες και δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως ένα και το αυτό περιστατικό.
Άλλο τα 10 και άλλο τα 12 μίλια
Διαφορετικό ζήτημα αποτελεί το δικαίωμα επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης έως τα 12 ναυτικά μίλια, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 3 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η Ελλάδα έχει ασκήσει το δικαίωμα αυτό στο Ιόνιο, αλλά στο Αιγαίο τα χωρικά ύδατα παραμένουν στα 6 ναυτικά μίλια. Το 1995, η τουρκική Εθνοσυνέλευση χαρακτήρισε πιθανή ελληνική επέκταση πέρα από τα 6 μίλια στο Αιγαίο αιτία πολέμου (casus belli), θέση που παραμένει σε ισχύ, όπως επιβεβαιώνεται και σε δημοσίευμα του Reuters του Ιανουαρίου 2026.
Το casus belli αφορά την πιθανή επέκταση των χωρικών υδάτων. Δεν πρέπει να συγχέεται με την ήδη υφιστάμενη διαφορά για τα 10 μίλια του εθνικού εναέριου χώρου.
Τέσσερα μίλια με βάρος 95 ετών
Όταν ένα τουρκικό στρατιωτικό αεροσκάφος πετά χωρίς ελληνική άδεια στη ζώνη μεταξύ 6 και 10 ναυτικών μιλίων από μια ελληνική ακτή, η Αθήνα καταγράφει παραβίαση του εθνικού εναέριου χώρου. Η Άγκυρα, επειδή δεν αναγνωρίζει το ελληνικό όριο, υποστηρίζει ότι το αεροσκάφος κινείται σε διεθνή εναέριο χώρο.
Σε αυτήν την απόσταση των τεσσάρων μιλίων βρίσκονται δύο αντίθετες νομικές αναγνώσεις, δεκαετίες στρατιωτικών αναχαιτίσεων και ένας σταθερός κίνδυνος λάθους ή κλιμάκωσης ανάμεσα σε δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ.
Το διάταγμα του 1931 δεν αρκεί από μόνο του για να κλείσει τη διεθνή νομική συζήτηση. Η ύπαρξή του, η χρονική προτεραιότητά του και η μακρόχρονη εφαρμογή του, όμως, δεν επιτρέπουν να παρουσιάζονται τα 10 μίλια ως μια μεταγενέστερη ελληνική διεκδίκηση που εμφανίστηκε μαζί με την ελληνοτουρκική ένταση.
pontosnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου