ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Πλάτων Τσούλος • plats@naftemporiki.gr
Σε πέντε βασικά ερωτήματα για το μέλλον της χώρας έως το 2050, τους ορατούς και μη ορατούς κινδύνους, τις αλληλεπιδράσεις που θα υπάρξουν μεταξύ αυτών και το πώς τα ανοικτά μέτωπα απειλών θα μπορούσαν να μετατραπούν σε ευκαιρίες, τοποθετείται η Ειδική Γραμματεία Μακροπρόθεσμου Σχεδιασμού της κυβέρνησης, με τη μελέτη «Ελλάδα 2050», η οποία δίδεται σήμερα στη δημοσιότητα.
Πρόκειται για ένα πολυσέλιδο επιστημονικό κείμενο και όχι κυβερνητικό πρόγραμμα, νομοθετική δέσμευση ή πρόβλεψη, με το οποίο η Ειδική Γραμματεία επιχειρεί να μετατοπίσει τον τρόπο με τον οποίο το κράτος αντιλαμβάνεται τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, χρησιμοποιώντας το 2050 ως ορίζοντα στρατηγικής σκέψης, για την παραγωγική βάση, τη δημογραφία, την κοινωνική συνοχή, την ανθεκτικότητα, την τεχνολογική ικανότητα και τη διεθνή θέση της χώρας.
Η μελέτη προσκαλεί τον αναγνώστη να σκεφτεί το μέλλον της Ελλάδας, εστιάζοντας σε πέντε ουσιαστικά ερωτήματα, όπως:
1. Πώς μπορεί η τεχνολογική πρόοδος να ενισχύσει την παραγωγικότητα χωρίς να διαρρήξει την εμπιστοσύνη;
2. Πώς μπορεί η πράσινη μετάβαση να συνδυαστεί με κοινωνική δικαιοσύνη και περιφερειακή ανθεκτικότητα;
3. Πώς μπορεί το δημογραφικό να αντιμετωπιστεί μέσα από ένα ευρύτερο υπόδειγμα εργασίας, φροντίδας, οικογένειας και ενεργού γήρανσης;
4. Πώς μπορεί η γεωγραφική θέση της χώρας να συνδεθεί με στρατηγική αξιοπιστία και δημιουργική εξωστρέφεια;
5. Πώς μπορεί η ανάπτυξη να αποκτήσει μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, καλύτερη χωρική κατανομή και πιο ουσιαστικό κοινωνικό αντίκρισμα;
Όπως εξηγεί στη «Ν» ο ειδικός γραμματείας Μακροπρόθεσμου Σχεδιασμού, Γιάννης Μαστρογεωργίου, «η μελέτη οργανώνει συστηματικά το πεδίο των πιθανών εξελίξεων και των μεταξύ τους αλληλεπιδράσεων, αντί να υποστηρίζει μία προκαθορισμένη εκδοχή του μέλλοντος.
Μεθοδολογικά, πρόκειται για άσκηση strategic foresight, στηριγμένη στη σάρωση ορίζοντα, στην ανάλυση κρίσιμων αβεβαιοτήτων, σε εργαλεία ανάλυσης επιπτώσεων και αλληλεπιδράσεων, σε ευρωπαϊκές και διεθνείς πηγές και στη συμμετοχή ειδικών από την ελληνική ερευνητική και επιστημονική κοινότητα. Η προσέγγιση αυτή φέρνει στην ελληνική δημόσια πολιτική πρακτικές που χρησιμοποιούνται ήδη από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον ΟΟΣΑ για περισσότερο ανθεκτικό σχεδιασμό».

Προτροπή
Κατά τον ίδιο, η μελέτη «Ελλάδα 2050» προτρέπει την πολιτεία να αναζητήσει απαντήσεις όχι για το «τι θα συμβεί;» αλλά «για ποιες διαφορετικές εξελίξεις πρέπει να είμαστε έτοιμοι και ποιες δυνατότητες πρέπει να οικοδομήσουμε από σήμερα;», έχοντας μπροστά μας έναν κόσμο που μεταβάλλεται με ταχύτητα, πολυπλοκότητα και συχνά απρόβλεπτους τρόπους.
Ειδικότερα, η μελέτη δεν επιχειρεί να περιγράψει ένα μοναδικό ή προδιαγεγραμμένο μέλλον. Αντιθέτως, αξιοποιεί την προοπτική διερεύνησης για να φωτίσει διαφορετικές δυνάμεις αλλαγής, να αναδείξει πιθανές αλληλεπιδράσεις και να θέσει ερωτήματα που μπορούν να τροφοδοτήσουν τον δημόσιο διάλογο. Με αυτή την έννοια, η αξία της δεν βρίσκεται στην παροχή έτοιμων απαντήσεων, αλλά στη συστηματική οργάνωση ενός πεδίου προβληματισμού για το πώς η Ελλάδα μπορεί να σκέφτεται, να σχεδιάζει και να προετοιμάζεται σε βάθος χρόνου.
Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται η διαπίστωση ότι οι μεγάλες μεταβολές των επόμενων δεκαετιών δεν εξελίσσονται ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Η τεχνολογική πρόοδος, η τεχνητή νοημοσύνη, η κλιματική κρίση, η δημογραφική μεταβολή, οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις, οι αλλαγές στην εργασία, οι κοινωνικές ανισορροπίες και η πίεση στην εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς συνθέτουν ένα δυναμικό περιβάλλον, στο οποίο οι επιπτώσεις συχνά διασταυρώνονται. Η κατανόηση αυτών των διασταυρώσεων είναι κρίσιμη για κάθε συζήτηση γύρω από το μέλλον.
Η τεχνολογική και ψηφιακή μετάβαση αναδεικνύεται ως ένα από τα σημαντικότερα πεδία αλλαγής. Η τεχνητή νοημοσύνη, τα δεδομένα, οι ψηφιακές υποδομές και η υπερ-συνδεσιμότητα μπορούν να επηρεάσουν την παραγωγικότητα, τη δημόσια διοίκηση, την εκπαίδευση, την υγεία, την ασφάλεια, την επιχειρηματικότητα και την καθημερινότητα των πολιτών. Ταυτόχρονα, η μελέτη θέτει προς διερεύνηση ζητήματα που αφορούν την κοινωνική αποδοχή της τεχνολογίας, την προστασία δικαιωμάτων, την κυβερνοασφάλεια, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τη δυνατότητα όλων των πολιτών να συμμετέχουν ουσιαστικά στη νέα ψηφιακή πραγματικότητα.
Η κλιματική κρίση
Αντίστοιχα, η κλιματική κρίση και η πράσινη μετάβαση εξετάζονται όχι μόνο ως περιβαλλοντικές προκλήσεις, αλλά ως ζητήματα που επηρεάζουν ευρύτερα την οικονομία, την υγεία, την αγροτική παραγωγή, τον τουρισμό, τις υποδομές, την ενέργεια, την πολιτική προστασία και την περιφερειακή ανθεκτικότητα. Για μια χώρα με έντονη νησιωτικότητα, εκτεταμένες παράκτιες ζώνες, ισχυρό τουριστικό τομέα και σημαντική αγροτική παραγωγή, η συζήτηση για την κλιματική προσαρμογή συνδέεται άμεσα με την ποιότητα ζωής, την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα των τοπικών κοινωνιών.
Το δημογραφικό ζήτημα εμφανίζεται ως μία από τις πιο σημαντικές παραμέτρους για τη μακροπρόθεσμη πορεία της χώρας. Η γήρανση του πληθυσμού, η χαμηλή γονιμότητα, η μεταβολή του ενεργού πληθυσμού και οι περιφερειακές ανισορροπίες επηρεάζουν την αγορά εργασίας, το ασφαλιστικό σύστημα, την υγεία, τη φροντίδα, την κοινωνική πολιτική και την αναπτυξιακή δυναμική. Η μελέτη προσεγγίζει το δημογραφικό όχι μόνο ως αριθμητική μεταβολή, αλλά ως πεδίο που συνδέεται με την οικογένεια, την εργασία, τη στέγη, την ισότητα ευκαιριών, την ενεργό γήρανση, την προσέλκυση και αξιοποίηση ανθρώπινου δυναμικού και τη διαγενεακή συνοχή.
Η χωρική διάσταση των αλλαγών αποκτά επίσης ιδιαίτερη σημασία. Η συγκέντρωση πληθυσμού, δραστηριοτήτων και ευκαιριών σε μεγάλα αστικά κέντρα δημιουργεί πιέσεις στη στέγη, στις μεταφορές, στις υποδομές, στο περιβάλλον και στην ποιότητα ζωής. Παράλληλα, πολλές νησιωτικές, ορεινές, αγροτικές και περιφερειακές περιοχές αντιμετωπίζουν διαφορετικού τύπου προκλήσεις, που σχετίζονται με τη δημογραφική εξέλιξη, την πρόσβαση σε υπηρεσίες, την παραγωγική ανανέωση και τη διατήρηση κοινωνικής ζωτικότητας. Η τεχνολογία, οι ψηφιακές υπηρεσίες, η τηλεργασία, η τηλεϊατρική και οι έξυπνες υποδομές αναδεικνύουν νέα ερωτήματα για το πώς μπορεί να ενισχυθεί μια πιο ισορροπημένη χωρική ανάπτυξη.
Στο γεωπολιτικό επίπεδο, η μελέτη εξετάζει ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από μετατοπίσεις ισχύος, αυξημένη αβεβαιότητα, νέες μορφές στρατηγικού ανταγωνισμού και μεγαλύτερη σημασία της ενεργειακής, τεχνολογικής και αμυντικής ανθεκτικότητας. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, η συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, οι σχέσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, καθώς και οι δυνατότητες στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών, της άμυνας, της έρευνας και της καινοτομίας, αναδεικνύονται ως στοιχεία που αξίζει να εξεταστούν μέσα από ένα μακροπρόθεσμο πρίσμα.
Παράλληλα, η μελέτη δίνει έμφαση στη σημασία της κοινωνικής συνοχής και της εμπιστοσύνης. Οι κοινωνικές και οικονομικές ανισορροπίες, η πρόσβαση σε ποιοτική εργασία, εκπαίδευση, υγεία, κατοικία, ενέργεια και ψηφιακές δεξιότητες επηρεάζουν την αίσθηση προοπτικής των πολιτών και ιδιαίτερα των νεότερων γενεών. Σε περιόδους μεγάλων μεταβάσεων, η κοινωνική αποδοχή των αλλαγών συνδέεται στενά με την αντίληψη δικαιοσύνης, συμμετοχής και αξιοπιστίας. Η εμπιστοσύνη, επομένως, δεν αποτελεί μόνο θεσμικό ή πολιτικό ζητούμενο, αλλά οριζόντια προϋπόθεση για τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να συζητά, να προσαρμόζεται και να προχωρά συλλογικά.
Η μακροπρόθεσμη ευημερία
Στη μελέτη δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στην έννοια της μακροπρόθεσμης ευημερίας, η οποία συνδέεται επίσης με την ποιότητα των θεσμών, τη συνοχή της κοινωνίας, την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, την υγεία, τη φροντίδα, την παιδεία, την ασφάλεια, την εμπιστοσύνη και τη δυνατότητα των πολιτών να διατηρούν την αίσθηση προοπτικής στη ζωή τους.
Όπως εξηγεί ο κ. Μαστρογεωργίου, η μελέτη «Ελλάδα 2050» είναι κείμενο προοπτικής διερεύνησης που αποσκοπεί στο να ανοίξει δημόσιο, επιστημονικό, κοινωνικό διάλογο για τις μακροπρόθεσμες προκλήσεις της χώρας.
Παράλληλα, είναι η πρώτη στο είδος της, καθώς εστιάζει σε τάσεις, αβεβαιότητες, ζητήματα, ερωτήματα και προοπτικές που απασχολούν κατά προτεραιότητα το εγχώριο περιβάλλον και λιγότερο το διεθνές, όπου αυτά διαφοροποιούνται. Σε κάθε περίπτωση, η μελέτη δεν αποπειράται να προβλέψει το μέλλον, αλλά να χαρτογραφήσει συνέπειες, αλληλεπιδράσεις, ευκαιρίες και προκλήσεις με απώτερο στόχο τον προβληματισμό πάνω σε σημαντικά ζητήματα, την καλύτερη κατανόηση της δυναμικής που έχουν τα διαφορετικά «μέλλοντα» και τη συντεταγμένη και ασφαλέστερη λήψη αποφάσεων σήμερα.
Οι παράγοντες που θα καθορίσουν το μέλλον
Κατά τη διαδικασία συλλογής αβεβαιοτήτων προέκυψε ένας μεγάλος αριθμός παραγόντων που θα επηρεάσουν την Ελλάδα στο μέλλον, όπως η δημογραφική εξέλιξη, η κλιματική κρίση, ο ψηφιακός μετασχηματισμός. Κάποιοι άλλοι είναι λιγότερο προβλέψιμοι, όπως η κοινωνική αποδοχή της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, η γεωπολιτική αστάθεια.
Οι θεματικοί άξονες που χρησιμοποιήθηκαν για την ανάλυση επιπτώσεων καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα της ζώσας εμπειρίας των πολιτών και των προτεραιοτήτων της πολιτείας και περιλαμβάνουν:
1.Οικονομία και ανάπτυξη
2.Κοινωνική συνοχή, ευημερία, συμπερίληψη και δικαιοσύνη
3.Τεχνολογική καινοτομία, ψηφιακός μετασχηματισμός
4.Περιβάλλον, βιωσιμότητα και ανθεκτικότητα
5.Υγεία, φροντίδα και περίθαλψη
6.Ασφάλεια (φυσική, γεωπολιτική, ενεργειακή, πόρων)
7.Παιδεία, εκπαίδευση, δεξιότητες και διά βίου μάθηση
8.Περιφερειακή και χωρική ανάπτυξη
Οι τάσεις με τον πιο έντονα διατομεακό χαρακτήρα, με βάση τη συνολική ένταση επιπτώσεων, είναι η κλιματική κρίση / πράσινη μετάβαση και η αβεβαιότητα των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων. Και οι δύο επηρεάζουν σχεδόν όλους τους άξονες πολιτικής: ανάπτυξη, κοινωνική συνοχή, υγεία, ασφάλεια, περιφερειακή ανάπτυξη και βιωσιμότητα. Η κλιματική κρίση τεκμηριώνεται ως επιταχυνόμενη συστημική πίεση, με το 2024 να καταγράφεται από τον WMO ως το θερμότερο έτος, από τα 175 κατά τα οποία γίνονται τέτοιες καταγραφές, περίπου 1,55°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα, με ειδικές επιπτώσεις για την Ελλάδα σε νερό, γεωργία, τουρισμό, ενέργεια, φυσικές καταστροφές και πράσινη μετάβαση.
Η ψηφιοποίηση εμφανίζεται επίσης ως πολύ υψηλής διατομεακής έντασης τάση. Επηρεάζει άμεσα την οικονομία, την παραγωγικότητα, τις δημόσιες υπηρεσίες, την κυβερνοασφάλεια, την εκπαίδευση, την εργασία και τη διαχείριση δεδομένων.
Οι δημογραφικές ανισορροπίες στην Ελλάδα έχουν πολύ υψηλή επίδραση στην οικονομία, την κοινωνική συνοχή, την υγεία και την περιφερειακή ανάπτυξη. Η γήρανση, η μείωση του ενεργού πληθυσμού, επηρεάζουν την αγορά εργασίας, τη βιωσιμότητα συντάξεων και υγείας, τη διαθεσιμότητα δεξιοτήτων, με συνέπειες για την παραγωγικότητα, κοινωνική ασφάλιση και περιφερειακή συνοχή.
Η αστικοποίηση και η άνιση χωρική ανάπτυξη βαθμολογούνται πολύ υψηλά ως προς τις επιδράσεις τους στην περιφερειακή ανάπτυξη και στο περιβάλλον.
Η τάση των γεωπολιτικών μετατοπίσεων και της στρατηγικής αυτονομίας επηρεάζει κυρίως την ασφάλεια, την οικονομία, την ενέργεια, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και την αμυντική βιομηχανία.
Η πιθανή εξέλιξη των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων έχει υψηλή ή πολύ υψηλή ένταση επιπτώσεων σε οικονομία, κοινωνική συνοχή, υγεία, παιδεία και περιφερειακή ανάπτυξη. Η τάση αυτή λειτουργεί ως «πολλαπλασιαστής», καθώς επηρεάζει την πρόσβαση σε εκπαίδευση, υγεία, στέγη, ψηφιακές δεξιότητες και κοινωνική κινητικότητα.
Η κοινωνική αποξένωση έχει χαμηλότερο συνολικό άθροισμα, αλλά πολύ υψηλή επίπτωση στον άξονα κοινωνικής συνοχής και σημαντική επίπτωση στην ασφάλεια.
Η τάση των νέων μοντέλων εργασίας, μάθησης και εκπαίδευσης επηρεάζει κυρίως την οικονομία, τις δεξιότητες, την κοινωνική συνοχή, την τεχνολογική μετάβαση και την περιφερειακή ανάπτυξη. Η τηλεργασία, η υβριδική εργασία, η πλατφορμική εργασία, η διά βίου μάθηση, το reskilling/upskilling και το well-being συνδέονται όλο και πιο στενά με την ελληνική αγορά εργασίας και το εκπαιδευτικό σύστημα.
Η ανάλυση των τάσεων, των αβεβαιοτήτων, των επιπτώσεων και των αλληλεπιδράσεων αναδεικνύει μια βασική διαπίστωση: η Ελλάδα του 2050 δεν θα διαμορφωθεί μόνο από το μέγεθος των προκλήσεων που θα αντιμετωπίσει, αλλά κυρίως από την ικανότητά της να τις μετατρέψει σε πεδία στρατηγικής ανανέωσης. Η κλιματική πίεση, η δημογραφική γήρανση, η ψηφιοποίηση, η γεωπολιτική αστάθεια, δεν αποτελούν ανεξάρτητα ανοικτά ερωτήματα. Συνθέτουν ένα νέο περιβάλλον, στο οποίο η ανθεκτικότητα, η γνώση, η εμπιστοσύνη και η ικανότητα μακροπρόθεσμου σχεδιασμού γίνονται βασικές προϋποθέσεις εθνικής ισχύος και κοινωνικής ευημερίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τομείς όπως η ψηφιακή υγεία, η πολιτική προστασία, η κλιματική προσαρμογή, η ναυτιλία, η αγροδιατροφή, οι έξυπνες πόλεις, η δημόσια διοίκηση, η κυβερνοασφάλεια, οι καθαρές μεταφορές και η αμυντική τεχνολογία.
naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου