Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

Γιαννιτσά 1912: Η κρισιμότερη σύγκρουση του Α’ Βαλκανικού Πολέμου που έκρινε την τύχη της Θεσσαλονίκης


 Οκτώβριος του 1912. Κάτω από μια ασταμάτητη, καταρρακτώδη βροχή, η λάσπη της μακεδονικής πεδιάδας απλώνεται σαν παγίδα θανάτου. Στα υψώματα των Γιαννιτσών, ο οθωμανικός στρατός οχυρώνει το τελευταίο φυσικό προπύργιο πριν από τον Αξιό ποταμό. Για τους Οθωμανούς, η πόλη εκτός από στρατηγικό σημείο στον χάρτη, είναι κι ένας ιερός τόπος που απαγορεύεται να πέσει.

Για τον Ελληνικό Στρατό, είναι το τελευταίο μεγάλο εμπόδιο που χωρίζει το Έθνος από τον μεγάλο διακαή πόθο: την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.

Ανατρέχοντας στα αρχεία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού και σε επιστημονικές πηγές της εποχής, ανασυνθέτουμε, σε ένα βαθμό, το χρονικό της πιο φονικής και καθοριστικής μάχης του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Αποκαλύπτουμε την ιστορική αλήθεια για τη δράση των θρυλικών ταγμάτων Ευζώνων, παρακολουθούμε καρέ-καρέ την κατάρρευση της τουρκικής άμυνας και σκιαγραφούμε το τραγικό προφίλ του στρατηγού Χασάν Ταχσίν Πασά –του ανθρώπου που βρέθηκε στο επίκεντρο της Ιστορίας και σφράγισε τη μοίρα της Μακεδονίας.

Η «ιερή πόλη» των Οθωμανών και το στρατηγικό αδιέξοδο

Η συντριβή των οθωμανικών δυνάμεων στο στενωπό του Σαρανταπόρου ανάγκασε τον διοικητή τους, Χασάν Ταχσίν Πασά, να συμπτύξει εσπευσμένα τα στρατεύματά του προς τα ανατολικά. Η επιλογή των Γιαννιτσών –των Γενιτζέ Βαρδάρ, όπως τα αποκαλούσαν οι Οθωμανοί– ως νέας γραμμής άμυνας δεν ήταν καθόλου τυχαία, καθώς συγκέντρωνε τεράστια στρατιωτική αλλά και συναισθηματική σημασία.

Από γεωγραφικής άποψης, τα Γιαννιτσά αποτελούσαν το τελευταίο φυσικό οχυρό δυτικά του Αξιού ποταμού. Στα νότια προστατεύονταν από τα αδιαπέραστα, βαλτώδη νερά της τότε Λίμνης των Γιαννιτσών και στα βόρεια από τους απόκρημνους λόφους του Πάικου. Για την Οθωμανική Αυτοκρατορία η πόλη θεωρούνταν «ιερή» (Mücadede), καθώς εκεί βρίσκονταν οι τάφοι των Γαζήδων, των πρώτων κατακτητών της περιοχής. Η ενδεχόμενη απώλειά της δεν θα συνιστούσε απλώς μια στρατιωτική ήττα, αλλά ένα συντριπτικό πλήγμα στο ηθικό ολόκληρης της αυτοκρατορίας.

Αποφασισμένος να ανακόψει την ελληνική προέλαση πάση θυσία, ο Ταχσίν Πασάς παρέταξε στην περιοχή μια ισχυρή δύναμη 25.000 έως 30.000 ανδρών, την οποία ενίσχυσε με βαρύ πυροβολικό.

Το διήμερο της φωτιάς: 19 και 20 Οκτωβρίου 1912

Απέναντι από τις οθωμανικές οχυρώσεις, ο Ελληνικός Στρατός υπό τη διοίκηση του διαδόχου Κωνσταντίνου προέλαυνε αποφασιστικά, παρατάσσοντας έξι Μεραρχίες και την Ταξιαρχία Ιππικού.

Ξημερώματα της 19ης Οκτωβρίου, μέσα σε ένα τοπίο που είχε μετατραπεί σε βούρκο από τη σφοδρή κακοκαιρία, εξαπολύθηκε η ελληνική επίθεση. Οι ελληνικές μεραρχίες επιτέθηκαν μετωπικά στον βόρειο τομέα. Οι Οθωμανοί αμύνθηκαν με λυσσαλέο πείσμα, αξιοποιώντας το πλεονέκτημα του υψομέτρου και σφυροκοπώντας τις ελληνικές γραμμές με το πυροβολικό τους. Παρά τις βαρύτατες απώλειες και το αδιάκοπο εχθρικό πυρ, τα ελληνικά τμήματα κατάφεραν μέχρι το σουρούπωμα να διασπάσουν τις προκεχωρημένες εχθρικές γραμμές και να φτάσουν αναπνέοντας στην «πλάτη» της πόλης.

Την επόμενη ημέρα, 20 Οκτωβρίου, η ελληνική πίεση γενικεύτηκε με αμείωτη ένταση σε όλα τα μέτωπα. Η συντονισμένη εφόρμηση του πεζικού και η εξουδετέρωση των τουρκικών αντεπιθέσεων έφεραν γρήγορα την πλήρη διάσπαση της οθωμανικής άμυνας. Η συντεταγμένη υποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων μετατράπηκε σύντομα σε άτακτη φυγή προς τον Αξιό ποταμό, με τους στρατιώτες του Ταχσίν Πασά να εγκαταλείπουν στο πεδίο της μάχης οπλισμό, πυρομαχικά και σημαίες.

Η νίκη, ωστόσο, πληρώθηκε με βαρύ φόρο αίματος: 188 Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικοί έπεσαν νεκροί –ανάμεσά τους και ο ηρωικός Υπολοχαγός Πυροβολικού Αδάμ Δούκας– ενώ οι τραυματίες ξεπέρασαν τους 970.

Ο Αδάμ Δούκας, Έλληνας αξιωματικός του πυροβολικού, ο οποίος έπεσε κατά τη μάχη των Γιαννιτσών τον Οκτώβριο του 1912. Έφερε τον βαθμό του υπολοχαγού. Το στρατόπεδο της 666 Προκεχωρημένης Αποθήκης Υλικού Πολέμου (ΠΑΥΠ) στην Πρέβεζα, έφερε το όνομά του (φωτ.: commons.wikimedia.org/wiki/File:Doukas_Adam)

Στην απέναντι πλευρά, οι οθωμανικές απώλειες υπήρξαν συντριπτικές, με τους νεκρούς και τους τραυματίες να ξεπερνούν τους 3.000.

Η ιστορική αλήθεια για τα τάγματα Ευζώνων

Στη λαϊκή παράδοση και σε μεταγενέστερες εξιστορήσεις αναφέρεται συχνά η εμπλοκή μιας «9ης Καταδρομικής/Ευζωνικής Ταξιαρχίας».

Η στρατιωτική ιστορία, όμως, οφείλει να αποκαθιστά την ακρίβεια: το 1912 ο όρος «Καταδρομική» δεν υπήρχε καν στη στρατιωτική ορολογία, καθώς η έννοια των ειδικών δυνάμεων και των καταδρομών εμφανίστηκε δεκαετίες αργότερα, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τα αρχειακά στοιχεία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ/ΓΕΣ) φανερώνουν ότι ο ουσιαστικός και πρωταγωνιστικός ρόλος στη μάχη ανήκε σε συγκεκριμένα συγκροτήματα Ευζώνων.

Από τη μία πλευρά, το Απόσπασμα Ευζώνων Κωνσταντινόπουλου (συγκροτούμενο από τα 1ο, 2ο και 6ο Τάγματα) έδρασε στον νότιο τομέα, κινούμενο στις παρυφές της Λίμνης των Γιαννιτσών. Αποστολή των ανδρών του ήταν να καλύψουν το δεξί πλευρό της ελληνικής παράταξης και να αποκλείσουν κάθε οδό διαφυγής του εχθρού προς τον Λουδία.

Από την άλλη πλευρά, τα τάγματα Ευζώνων που ήταν οργανικά ενταγμένα στις Μεραρχίες Πεζικού –όπως το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων της VI Μεραρχίας– ανέλαβαν τις φονικότερες μετωπικές επιθέσεις στα υψώματα Αμπελειών και Πενταπλατάνου, διασπώντας τις εχθρικές οχυρώσεις με τη λόγχη.

Ο αγώνας δρόμου για τη Θεσσαλονίκη

Η επικράτηση στα Γιαννιτσά ουσιαστικά ήταν ο καταλύτης που έκρινε την έκβαση ολόκληρου του πολέμου στη Μακεδονία.

Μουσουλμάνοι Τούρκοι κάτοικοι εγκαταλείπουν τα Γιαννιτσά, μετά τη μάχη (πηγή: facebook.com/Παλιές Φωτογραφίες των Γιαννιτσών)

Με τη διάλυση της «Γραμμής Αξιού», ο οθωμανικός στρατός απώλεσε τη μοναδική οργανωμένη αμυντική θέση δυτικά της Θεσσαλονίκης. Παρά τις τεράστιες δυσκολίες, το λασπωμένο έδαφος και τις κατεστραμμένες γέφυρες στον Λουδία και τον Αξιό, ο Ελληνικός Στρατός κατάφερε να ζεύξει τα ποτάμια και να περικυκλώσει τη Θεσσαλονίκη από τα δυτικά.

Η ταχύτητα με την οποία επιτεύχθηκε η νίκη στα Γιαννιτσά αποδείχθηκε κυριολεκτικά σωτήρια σε διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο. Από τον βορρά, η βουλγαρική 7η Μεραρχία προέλαυνε επίσης με ταχύτατους ρυθμούς, έχοντας ως διακαή αντικειμενικό σκοπό να καταλάβει πρώτη τη νευραλγική πόλη-λίμνη του Αιγαίου.

Η έγκαιρη κατάρρευση του τουρκικού μετώπου στα Γιαννιτσά επέτρεψε στα ελληνικά στρατεύματα να φτάσουν έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης σχεδόν 48 ώρες πριν από τους Βουλγάρους, αλλάζοντας οριστικά τους συσχετισμούς.

Χασάν Ταχσίν Πασάς: Ο τραγικός πρωταγωνιστής

Πίσω από τις στρατιωτικές κινήσεις του οθωμανικού στρατού βρισκόταν μια από τις πιο ιδιαίτερες και τραγικές προσωπικότητες της εποχής: ο διοικητής του 8ου Οθωμανικού Σώματος Στρατού, Χασάν Ταχσίν Πασάς (1845–1918).

Γεννημένος στη Μεσαρή της νότιας Αλβανίας, ο Ταχσίν Πασάς δεν ήταν ένας κλασικός Οθωμανός αξιωματικός.

Είχε φοιτήσει στην περίφημη Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων, μιλούσε άπταιστα την ελληνική γλώσσα και διακατεχόταν από βαθύ σεβασμό για τον ελληνικό πολιτισμό.

Βρισκόμενος σε πλήρες αδιέξοδο μετά τη συντριβή στα Γιαννιτσά, αποκομμένος από την Κωνσταντινούπολη και βλέποντας τις ελληνικές μεραρχίες να κυκλώνουν τη Θεσσαλονίκη, πήρε τη μεγάλη απόφαση να γλιτώσει την πόλη και τον πληθυσμό της από την καταστροφή. Στις 26 Οκτωβρίου 1912, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, υπέγραψε το πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης στον Ελληνικό Στρατό.

Υδατογραφία του Κενάν Μεσαρέ στην οποία απεικονίζεται η υπογραφή παράδοσης της Θεσσαλονίκης. Ο Ταχσίν πασάς υπογράφει το πρωτόκολλο· δεξιά οι Έλληνες αξιωματικοί Μεταξάς και Δούσμανης και αριστερά ο στρατηγός Τσεφίκ πασάς με τον γραμματέα πολιτικών υποθέσεων του βιλαετίου, Καραμπιμπέρη (πηγή: zosimaia.gr)

Όταν οι Βούλγαροι απεσταλμένοι πίεσαν ασφυκτικά να συνυπογράψει πρωτόκολλο παράδοσης και με αυτούς, ο Ταχσίν Πασάς αρνήθηκε κατηγορηματικά, προφέροντας μια φράση που έμεινε στην Ιστορία: «Από τους Έλληνες την πήραμε τη Θεσσαλονίκη και στους Έλληνες θα την παραδώσουμε».

Η στάση του αυτή σφράγισε τη μοίρα του. Το στρατοδικείο της Κωνσταντινούπολης τον καταδίκασε ερήμην σε θάνατο ως «προδότη».

Μετά τον πόλεμο έζησε εξόριστος και απομονωμένος στη Λοζάνη της Ελβετίας, όπου και απεβίωσε το 1918. Σήμερα, τα οστά του αναπαύονται στο Στρατιωτικό Μουσείο Βαλκανικών Πολέμων στο Τοψίν (Γέφυρα Θεσσαλονίκης) –στον ίδιο χώρο όπου υπέγραψε την παράδοση της πόλης– ενώ ο γιος του, Κενάν Μεσαρέ, έμεινε στην ιστορία ως ο ζωγράφος που αποτύπωσε με τον χρωστήρα του τις ενδοξότερες στιγμές των Βαλκανικών Πολέμων.

Πόπη Παπαγεωργίου

Πηγές

• Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (1988). Ο Ελληνικός Στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913. Τόμος Α΄: Οι επιχειρήσεις στη Μακεδονία. Αθήνα: ΔΙΣ/ΓΕΣ.
• Γενικό Επιτελείο Στρατού (2001). Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913. Αθήνα: ΔΙΣ/ΓΕΣ.
• Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (1977). Τόμος ΙΔ΄: Νεώτερος Ελληνισμός από το 1881 έως το 1913. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
• Erickson, Edward J. (2003). Defeat in Detail: The Ottoman Army in the Balkans, 1912–1913. Westport: Praeger.
• Μεσαρέ, Κενάν (2002). Εικόνες από τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913. Θεσσαλονίκη: Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης.


pontosnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου