Το τέλειο πρόσωπο για την τέλεια ιστορία

Το 2003, η Χολμς εγκατέλειψε το Stanford και ίδρυσε τη Theranos. Ήταν δεκαεννέα ετών και είχε μια ιδέα που ακουγόταν σχεδόν αυτονόητα σωστή: εξετάσεις αίματος πιο εύκολες, πιο φθηνές, πιο προσβάσιμες, χωρίς τις συνηθισμένες ποσότητες αίματος. Μία σταγόνα αρκεί, μας διαβεβαίωσε.

Η υπόσχεση είχε επιχειρηματικό μέγεθος και ανθρώπινη συγκίνηση. Ποιος δεν θα ήθελε λιγότερη ταλαιπωρία, έγκαιρη διάγνωση, περισσότερη ασφάλεια; Η Χολμς προσέφερε ένα μέλλον στο οποίο η τεχνολογία θα αφαιρούσε τον φόβο από κάτι τόσο προσωπικό όσο η υγεία. Και η ίδια ταίριαζε στην ιστορία. Νεαρή, επίμονη, με μαύρο ζιβάγκο αλά Στιβ Τζομπς και μια δημόσια εικόνα που παρέπεμπε στον ιδρυτή που σκέφτεται διαφορετικά.

Στη Silicon Valley, η εγκατάλειψη των σπουδών δεν ήταν δείγμα παραίτησης. Αλλά προμήνυμα… ιδιοφυΐας. Η απουσία υπομονής απέναντι στους κανόνες ήταν απόδειξη πως οι κανόνες επρόκειτο να αλλάξουν. Το αφήγημα ήταν έτοιμο πριν επιβεβαιωθεί η τεχνολογία.
Όταν η προβολή γίνεται κύρος και το κύρος εργαστηριακή απόδειξη

Η Theranos έφτασε σε αποτίμηση 9 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Στο διοικητικό της συμβούλιο συμμετείχαν προσωπικότητες όπως ο Χένρι Κίσινγκερ και ο Τζορτζ Σουλτς. Η συνεργασία με τη Walgreens έφερνε την υπόσχεση κοντά στον καταναλωτή, μέσα σε καταστήματα μιας αναγνωρίσιμης αλυσίδας.

Κάθε μεγάλο όνομα λειτουργούσε ως εγγύηση για το επόμενο. Για να την εμπιστεύονταν εκείνοι, κάποιος έχει ελέγξει σοβαρά τα στοιχεία. Για να φιγουράρει στα πρωτοσέλιδα των πλέον εγκριτων περιοδικών, κάποιος έχει επαληθεύσει τις επιδόσεις την εφεύρεσή της. Για να μπορείς να αγοράσεις την εξέταση, κάποιος θα έχει διασφαλίσει την αξιοπιστία της.

Εδώ βρίσκεται μια από τις πιο ανησυχητικές πλευρές της υπόθεσης: η εμπιστοσύνη μπορούσε να μεταφέρεται από άνθρωπο σε άνθρωπο χωρίς να επιστρέφει στο βασικό ερώτημα. Μπήκε κάποιος στον κόπο να δει εάν λειτουργεί πράγματι αυτό που μας υπόσχονται;

Η επιτυχία γινόταν τεκμήριο της ορθότητας. Και όσο μεγάλωνε η επιτυχία, τόσο δυσκολότερο γινόταν να παραδεχθεί κανείς ότι ίσως είχε πιστέψει υπερβολικά νωρίς.
Το χάσμα ανάμεσα στο μηχάνημα και στον μύθο

Τα στοιχεία που ακολούθησαν ήταν συγκεκριμένα. Σύμφωνα με την αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η Theranos άντλησε περισσότερα από 700 εκατομμύρια δολάρια μέσω παραπλανητικών ή ψευδών ισχυρισμών για την τεχνολογία, τις δραστηριότητες και τα οικονομικά της.

Η συσκευή της μπορούσε να εκτελέσει περιορισμένο αριθμό εξετάσεων. Η συντριπτική πλειονότητα γινόταν σε συμβατικά ή τροποποιημένα μηχανήματα άλλων κατασκευαστών. Οι ισχυρισμοί για χρήση της τεχνολογίας στο πεδίο επιχειρήσεων από το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.

Για το 2014 παρουσιάζονταν προσδοκίες εσόδων άνω των 100 εκατομμυρίων δολαρίων. Τα πραγματικά λειτουργικά έσοδα ήταν λίγο πάνω από 100.000 δολάρια. Η απόσταση ανάμεσα στην υπόσχεση και στην πραγματικότητα μετριόταν πλέον σε αποτελέσματα εξετάσεων, οικονομικά στοιχεία και αποφάσεις ανθρώπων που εμπιστεύονταν μια υπηρεσία υγείας. Το «θα λειτουργήσει» είχε παρουσιαστεί ως «λειτουργεί». Και η αισιοδοξία είχε αποκτήσει το κόστος της παραπλάνησης.


Εκείνοι που κοίταξαν μέσα στο εργαστήριο

Δύο νέοι εργαζόμενοι, ο Τάιλερ Σουλτς και η Έρικα Τσουνγκ, συνέβαλαν καθοριστικά στην αποκάλυψη των προβλημάτων. Ο Τάιλερ ήταν εγγονός του Τζορτζ Σουλτς, ενός από τους ισχυρότερους υποστηρικτές της Χολμς.

Η συγγένεια δεν έκανε ευκολότερη την αμφισβήτηση. Ο παππούς του αρχικά δεν υποστήριξε τις καταγγελίες του. Η σύγκρουση έφερε μέσα στην ίδια οικογένεια το κεντρικό πρόβλημα της Theranos: τι εμπιστεύεσαι όταν τα δεδομένα συγκρούονται με έναν άνθρωπο στον οποίο έχεις επενδύσει την πίστη σου;

Ο καθηγητής Ιωάννης Ιωαννίδης ήταν ο πρώτος που αμφισβήτησε δημοσίως τους ισχυρισμούς της. Στη συνέχεια το ρεπορτάζ του Τζον Κάριρου (John Carreyrou) στη Wall Street Journal το 2015 άρχισε να διαλύει κομμάτι κομμάτι την εικόνα που η Χολμς είχε χτίσει. Η έρευνά του συνάντησε ισχυρές πιέσεις από την εταιρεία και τους νομικούς της συμβούλους. Η προστασία του αφηγήματος είχε γίνει οργανωμένη επιχείρηση.

Το 2022, οι ένορκοι καταδίκασαν τη Χολμς για συνωμοσία και τρεις πράξεις απάτης εις βάρος επενδυτών. Την αθώωσαν στις κατηγορίες απάτης που αφορούσαν ασθενείς. Η ποινή της ορίστηκε σε έντεκα χρόνια και τρεις μήνες φυλάκισης.
Η αθωότητα ως τελευταίο αφήγημα

Το ντοκιμαντέρ τη συναντά ενώ εκείνη εξακολουθεί να υπερασπίζεται την αθωότητά της. Στις συνομιλίες με τον Φίλντερ, η επιμονή των ερωτήσεων δεν οδηγεί πάντοτε σε καθαρότερες απαντήσεις. Ο ίδιος έχει περιγράψει τη σύγχυση που του προκαλούσε η εμπειρία των γυρισμάτων.

Σε μια χαρακτηριστική στιγμή, η Χολμς παρακολουθεί την Αμάντα Σέιφριντ να την υποδύεται στο The Dropout και συγκινείται. Η πραγματική γυναίκα κοιτάζει τη δραματοποιημένη εκδοχή της: μια ιστορία για τη ζωή της που δεν ελέγχει. Αυτό δεν μας επιτρέπει να γνωρίζουμε τι σκέφτεται. Ούτε το σταθερό βλέμμα αποδεικνύει το ψέμα, ούτε ένα δάκρυ την αθωότητα.

Ένα ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Μας χειραγωγεί κάθε ώρα και λεπτό, είναι η μεγαλύτερη απατεώνισσα όλων των εποχών ή μία γυναίκα που έφτασε να χάσει την επαφή με την αλήθεια και την πραγματικότητα και πιστεύει τα όσα μας λέει;

Ένας άνθρωπος μπορεί να πιστεύει στην αποστολή του και να παραπλανά για τα μέσα. Να θεωρεί άδικη την πτώση του και να έχει ευθύνη γι’ αυτήν.


Γιατί εξακολουθούμε να κοιτάζουμε

Η Χολμς προσφέρει την απόλαυση ενός αινίγματος. Θέλουμε να εντοπίσουμε τη στιγμή που το πρόσωπο προδίδει την πρόθεση. Να ανακαλύψουμε κάτι που δεν είδαν οι ισχυροί υποστηρικτές της. Να βεβαιωθούμε ότι εμείς θα καταλαβαίναμε.

Η ιστορία της, όμως, δυσκολεύει αυτή τη βεβαιότητα. Η υπόσχεσή της αξιοποιούσε επιθυμίες απολύτως αναγνωρίσιμες: να θεραπευόμαστε πιο εύκολα, να συμμετέχουμε σε κάτι σπουδαίο, να αναγνωρίζουμε το μέλλον πριν από τους άλλους.

Και σήμερα υπάρχει ο κίνδυνος να επαναλάβουμε μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας προσήλωσης: να ενδιαφερθούμε τόσο πολύ για το μυστήριο της Χολμς, ώστε να ξεχάσουμε τα στοιχεία, τους εργαζομένους που μίλησαν, τους ανθρώπους που περίμεναν αξιόπιστες εξετάσεις.

Τα μάτια της παραμένουν στην οθόνη. Η πιο δύσκολη ερώτηση αφορά το δικό μας βλέμμα: τι ακριβώς περιμένουμε ακόμη να μας υποσχεθεί;

naftemporiki.gr