Γιώργος Σ. Κουλουβάρης • gkoul@naftemporiki.gr
«Το καταραμένο παιδί», ένα από τα πιο ποιητικά έργα του Honoré de Balzac, μετά τον πρώτο άκρως επιτυχημένο κύκλο παραστάσεων, παρουσιάζεται για δεύτερη χρονιά επί σκηνής, σε διασκευή και σκηνοθεσία των Λάζαρου Βαρτάνη και Στέφανου Παπατρέχα -που, επίσης, ερμηνεύουν.
Το σκηνοθετικό δίδυμο καταπιάνεται εδώ με την παγκόσμια λογοτεχνία, διασκευάζοντας για το θέατρο έναν από τους πιο σημαντικούς μυθιστοριογράφους όλων των εποχών.
Η παράσταση θα κάνει πρεμιέρα σήμερα, Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, στο Θέατρο Arroyo [Μεγάλου Αλεξάνδρου 128, Κεραμεικός].
Ο Λάζαρος Βαρτάνης και ο Στέφανος Παπατρέχας μίλησαν μαζί μας.
Θα μας συστήσετε το «Καταραμένο παιδί»; Τι σας προσέλκυσε σε αυτό;

Στέφανος Παπατρέχας (Σ.Π.): «Πρόκειται για μια υπέροχη νουβέλα του Γάλλου συγγραφέα Honoré de Balzac. Το έργο μιλάει για έναν σκληρόκαρδο και πολεμοχαρή άρχοντα, τον κόμη ντ’Ερουβίλ, ο οποίος για να αυξήσει την περιουσία και την επιρροή του παντρεύεται την Ιωάννα, μια ευαίσθητη και ευγενική αρχόντισσα. Εφτά μήνες μετά τον γάμο τους θα γεννηθεί ο γιος τους, Ετιέν, τον οποίο όμως ο κόμης δεν αναγνωρίζει, μιας και λόγω του ότι είναι εφταμηνίτικο παιδί, αμφισβητείται κοινωνικά η πατρότητά του. Ο Ετιέν μεγαλώνει απομονωμένος στα κτήματα του πύργου με τη φροντίδα της Ιωάννας και του γιατρού Μποβουλουάρ, μέχρι που η Ιωάννα πεθαίνει πρόωρα -όπως και ο δεύτερος γιος, που έχει στο μεταξύ φέρει στον κόσμο το ζεύγος. Ο κόμης ντ’Ερουβίλ αναγκάζεται, λοιπόν, να στραφεί στον Ετιέν ως μόνη ελπίδα να συνεχιστεί το όνομα του οίκου του.
Το βιβλίο αυτό με ενθουσίασε από την πρώτη ανάγνωση και μαζί με τον Λάζαρο μπήκαμε αμέσως στη διαδικασία να το διασκευάσουμε για το θέατρο. Η κριτική του συγγραφέα στα πρότυπα της εποχής, την οικογενειοκρατία, τη φεουδαρχία, την πατριαρχία και, κυρίως, η πάλη που περιγράφει αριστουργηματικά ανάμεσα στη διαφθορά της εξουσίας και την αθωότητα, όλα αυτά μας ώθησαν να ζωντανέψουμε επί σκηνής αυτήν τη συγκινητική ιστορία».

Μετά την περσινή επιτυχία του, το «Καταραμένο παιδί» ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά· μιλήστε μας για αυτή τη «σχέση αγάπης» που ανέπτυξε με το θεατρικό κοινό.
Λάζαρος Βαρτάνης (Λ.Β.): «Όσο ετοιμάζεις ένα έργο, δεν ξέρεις αν θα αγγίξει τον θεατή όσο άγγιξε εσένα. Μόνο υποθέτεις πως αφού εμένα με συγκινεί, πιθανότατα θα συγκινήσει και άλλους. Στην περίπτωση του “καταραμένου παιδιού” αυτό, όντως, συνέβη. Πέρυσι, τα σχόλια και οι αντιδράσεις του κόσμου ήταν παραπάνω από ενθουσιώδεις και επειδή και εμείς δεν το χορτάσαμε, θελήσαμε να κάνουμε έναν νέο κύκλο παραστάσεων.
Φέτος, μπήκε στον θίασό μας ένας πολύ αγαπημένος άνθρωπος και συνάδελφος, ο Θάνος Παπαθανάσης· και στις πρόβες που έγιναν για τη φετινή μας παράσταση, ήρθαμε και εμείς ανανεωμένοι και ακόμη πιο ορεξάτοι. Έτσι κι αλλιώς, ένας νέος άνθρωπος στον θίασο φέρνει το δικό του υλικό και, αυτόματα, δημιουργούνται άλλες σχέσεις ανάμεσα στους ρόλους, άλλες ισορροπίες που δίνουν νέο αέρα στην παράσταση. Είμαι σίγουρος ότι και αυτή τη χρονιά ο κόσμος θα αγκαλιάσει “Το καταραμένο παιδί”· και ανυπομονώ να ακούσω τις φετινές αντιδράσεις και τα σχόλια των θεατών μας».
Η ιστορία εκτυλίσσεται στα τέλη του 16ου αι. -λίγο μετά τον Μεσαίωνα· με ποια νήματα συνδέεται εκείνη η εποχή με το σήμερα;
Σ.Π.: «Θα μπορούσα, πιθανώς, σε αυτήν την ερώτηση να απαντήσω ότι συχνά λέμε πως ζούμε από πολλές απόψεις σε συνθήκες μεσαίωνα. Όμως, δεν είναι τόσο αυτό που συνδέει για εμάς την ιστορία με το σήμερα. Τα σπουδαία έργα τέχνης πραγματεύονται θέματα που αφορούν διαχρονικά την ανθρωπότητα και, κυρίως, ο τρόπος με τον οποίο αγγίζουν τα θέματα αυτά οι δημιουργοί τους είναι βαθύς και ουσιαστικός. Αυτό συμβαίνει κατά τη γνώμη μου και στη νουβέλα του Balzac. Η καταστροφή που φέρνει η ματαιοδοξία, η δίψα για εξουσία, η διαρκής ανάγκη για περισσότερα χρήματα και η απαξίωση σε οτιδήποτε αγνό και όμορφο, σε οτιδήποτε δημιουργικό και πνευματικό, όλα τα παραπάνω δεν είναι, δυστυχώς, μόνο σημερινά θέματα. Υπάρχουν από την αρχαία τραγωδία μέχρι και τα σύγχρονα έργα, αφού μας αφορούν πάντα και φοβάμαι πως δεν θα σταματήσουν ποτέ να είναι σύγχρονα. Ακόμη, “Το καταραμένο παιδί” εκτυλίσσεται μέσα σε μια περίοδο εμφυλίου πολέμου στη Γαλλία και, δυστυχώς, ο διχασμός, το μίσος και η κοινωνική αναταραχή που δημιουργούνται κάθε φορά είναι ακόμη στοιχεία που είναι έντονα παρόντα ανά τους αιώνες».

Μιλήστε μας για τη σκηνοθετική σας προσέγγιση.
Λ.Β: «Θελήσαμε, από τη διασκευή ακόμη, να είναι έντονα όλα όσα περιέγραψε μόλις ο Στέφανος. Η εποχή του έργου, αλλά και η σύνδεση με το σήμερα, θέλαμε να υπάρχουν στο κείμενο, την υποκριτική, τα σκηνικά, τα ρούχα, τη μουσική, σε όλη την αισθητική της παράστασης. Το θέατρο Arroyo είναι πασαρέλα· υπάρχουν, δηλαδή, θεατές από τη μία και από την άλλη πλευρά και ανάμεσά τους ζωντανεύει η ιστορία μας. Είναι σαν σε όλα να γίνονται μάρτυρες, κοινωνοί· όλα γίνονται πολύ κοντά τους, η παράσταση τους εμπεριέχει».
Σ.Π.: «Ο κώδικας έχει αρκετά στοιχεία τραγωδίας. Έτσι κι αλλιώς, οι ήρωες είναι και σύμβολα, πράγμα που τονίζεται ακόμη πιο έντονα από μια δική μας προσθήκη: τις Μοίρες. Όλος ο θίασος είναι ουσιαστικά ένας Χορός από αφηγητές-οντότητες που διηγούνται αυτή την ιστορία. Εμείς τις ονομάσαμε Μοίρες -χωρίς να ονομάζονται όμως στην παράσταση, μόνο αν διαβάσει κανείς τη διασκευή μας που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κέδρος, ανακαλύπτει το όνομα των αφηγητών. Στην παράσταση, απλώς βλέπουμε αυτό το απόκοσμο σύνολο να πηγαίνει την ιστορία παρακάτω με μορφή χορικών, σαν να έρχεται από το παρελθόν για να μας πει σήμερα ένα σκοτεινό παραμύθι».

Ποιους ερμηνεύετε; Θα μας πείτε δυο λόγια για τους ρόλους σας;
Λ.Β.: «Εγώ πέρα από Μοίρα-Αφηγητή, κάνω τον κόμη ντ’Ερουβίλ, αυτόν τον αμείλικτο και βίαιο άνθρωπο, που είναι και η πηγή της δυστυχίας όλων των υπολοίπων ρόλων. Είχε και έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον να ερμηνεύει κανείς ένα τέτοιον ρόλο. Μιλάμε για έναν αδίστακτο, απόλυτα σκληρό και άκαρδο χαρακτήρα, που τίποτα δεν μπορεί να τον σταματήσει από το να πετύχει όσα θέλει. Από τις πρώτες μας κιόλας πρόβες δεν δυσκολεύτηκα καθόλου να βρω υλικό από όσους ασκούν εξουσία από την εποχή του έργου ως τις μέρες μας. Οι περισσότεροι είναι ακριβώς ίδιοι με τον κόμη ντ’Ερουβίλ».
Σ.Π.: «Από την άλλη μεριά, εγώ κάνω -πέρα από Μοίρα-Αφηγητή, όπως όλοι στον θίασο- τον Ετιέν. Είναι το ακριβώς αντίθετο από τον πατέρα του, τον κόμη ντ’Ερουβίλ. Ο Ετιέν γεννιέται αδύναμος και, έχοντας περισσότερα στοιχεία από τη μητέρα του, εύθραυστος. Η μοίρα τα φέρνει έτσι που, από πολύ νωρίς, ο κόμης ντ’Ερουβίλ αγανακτισμένος που δεν γεννήθηκε από εκείνον ένας δυνατός και ακμαίος γιος, αναγκάζει την Ιωάννα να μεγαλώσει τον Ετιέν έξω από τον πύργο. Εκείνη, λοιπόν, τον ανατρέφει πλάι στον ωκεανό, μέσα στη φύση, με τραγούδια και βιβλία και με όλη της την αγάπη. Έτσι, ο Ετιέν, και από τη φύση του αλλά και από τις συνθήκες, γίνεται ένα πλάσμα που βλέπει παντού το καλό. Ένα, θα λέγαμε, ποιητικό ον, αγνό, ευαίσθητο, απόλυτα δεμένο με τη θάλασσα, τη μουσική, το πνεύμα. Ωστόσο, η ζωή του τον κάνει και ιδιαίτερα μελαγχολικό και μοναχικό. Αντιλαμβάνεστε, επομένως, τί γεννάει η συνάντηση του Ετιέν με τον κόμη ντ’ Ερουβίλ και τι χάσμα υπάρχει ανάμεσά τους».

Μια ατάκα από το έργο; Μια σκηνή; Ό,τι πρώτο σας έρθει στον νου.
Σ.Π.: «Μια από τις αγαπημένες μου φράσεις που ακούγονται στο έργο είναι: “Κάποτε ας πάρει και η καλοσύνη μια νίκη στον κόσμο αυτό”».
Λ.Β.: «Αν πρέπει να επιλέξω μια σκηνή, θα ήταν εκείνη όπου ο ρόλος μου αναγκάζεται να απευθυνθεί στον απόκληρο γιο του, τον Ετιέν, ενώ σχεδόν από τη γέννησή του ο ίδιος είναι που τον έχει καταραστεί και απομακρύνει. Στη σκηνή αυτή, όμως, τα συμφέροντά του τον ωθούν να ζητήσει τη συγχώρεση του γιου του, με σκοπό να μην χαθεί το όνομα του σπουδαίου οίκου του. Τα ανάμεικτα συναισθήματά του και τα αντικρουόμενα θέλω του -γιατί, κατά βάθος, δεν αλλάζει τίποτα στο τι νιώθει για τον Ετιέν, κι ας λέει τα αντίθετα-, η εικόνα αυτού του εγωπαθούς τύπου να ικετεύει ένα μαλθακό παιδαρέλι, συνθέτουν μια πολυεπίπεδη σκηνή, έναν πολύ δύσκολο μονόλογο που είναι πρόκληση για έναν ηθοποιό. Επίσης, είναι μια ιδιαίτερη από τεχνικής άποψης στιγμή, γιατί ο κόμης περνάει από τη μεταμέλεια στην έπαρση, το θυμό, την απογοήτευση, τη λύπη μέχρι την ικεσία, πράγμα που χρειάζεται πολλές εναλλαγές στην ένταση, τον ρυθμό και την τονικότητα».
Πάντως, στρέφετε συχνά, και με επιτυχία, το καλλιτεχνικό βλέμμα σας στη μεσαιωνική εποχή… Τι πιστεύετε μας έλκει στους πύργους και τις σκοτεινές ιστορίες τους;
Σ.Π.: «Τώρα, αυτά είναι πολλές φορές και ασυνείδητα πράγματα· εικόνες, βιβλία, ταινίες, μουσικές, ιστορίες που έχουν γράψει μέσα μας χωρίς να έχουμε απόλυτη επίγνωση. Σίγουρα, από μικρή ηλικία, προσωπικά μου άρεσε ό,τι είχε να κάνει με πύργους, μάχες, ίντριγκες, μπουντρούμια και περιπέτειες που διαδραματίζονταν στον μεσαίωνα και την αναγέννηση. Με γοητεύουν δε τα παραμύθια -που ως επί το πλείστον αφορούν αυτές τις περιόδους- γιατί μιλούν έμμεσα, χωρίς διδακτισμούς, αλλά με σύμβολα και συνειρμούς· και έτσι μας αρέσει και εμάς να μιλάμε σε ό,τι κάνουμε. Ταιριάζει πολύ η οπτική μας (και) σε αυτό το κομμάτι».

Κρατά χρόνια η «κολόνια» της πολυεπίπεδης συνεργασίας σας -συνυπογράφετε σκηνοθεσία, δραματουργία, καθώς και την ευρύτερη καλλιτεχνική επιμέλεια των παραστάσεών σας. Πορεύεστε περισσότερο μέσα από ομοιότητες ή αντιθέσεις; Αίσθημα «εξάρτησης»; Υπάρχει; Μιλήστε μας για την εμπειρία.
Λ.Β.: «Ισχύει. Είναι κάπου εννιά χρόνια, πλάκα-πλάκα. Δεν ξέρω τι να απαντήσω, γιατί τα πράγματα έγιναν σχεδόν αυτόματα. Από την πρώτη κοινή μας σκηνοθεσία στη “Φροσύνη”, ήταν σαν να δουλεύαμε ήδη για χρόνια μαζί. Υπήρχε κοινός κώδικας. Νομίζω πως μας συνδέει η κοινή αισθητική, η εμμονή στις λεπτομέρειες, ο κοινός τρόπος δουλειάς και σκέψης πάνω στο θέατρο. Από εκεί και πέρα, έχουμε διαφορές, οι οποίες, όμως, νομίζω πως κάνουν τη συνεργασία μας ακόμη καλύτερη».
Σ.Π.: «Και, μέσα στα χρόνια, έχουμε πάρει στοιχεία ο ένας από τον άλλο και έχουμε εξελιχθεί και ο καθένας ατομικά και σαν δίδυμο. Τώρα, για τη σχέση εξάρτησης, νομίζω πως όχι. Όταν κάποια στιγμή σκηνοθέτησα μόνος μου, ήμουν πάρα πολύ ευχαριστημένος από τον εαυτό μου· και ξέρω ότι ο καθένας μόνος του μπορεί να δουλέψει πολύ καλά και να έχει ένα πάρα πολύ καλό αποτέλεσμα. Το θέμα είναι ότι εγώ, σίγουρα, περνάω καλύτερα όταν δουλεύω με το Λάζαρο από ότι όταν δουλεύω μόνος. Και τι πιο σημαντικό από το να περνάς καλά στη δουλειά σου;»
Δραστηριοποιείστε και στον χώρο του παιδικού και εφηβικού θεάτρου· θα θέλατε να μας πείτε κάτι και για αυτές τις παραστάσεις σας;
Λ.Β.: «Φυσικά! Αγαπάμε πολύ το θέατρο για παιδιά και είναι μεγάλη η χαρά μας που φέτος διασκευάσαμε και σκηνοθετήσαμε το “Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας” του Σαίξπηρ για παιδιά ηλικίας από 5 έως και 12 ετών στο Θέατρο Μαβίλη. Ήταν μια συναρπαστική εμπειρία. Ακόμη πιο χαρούμενος είμαι που ο “Ηλίας, ο πρώτος γάτος χορευτής της γατοϊστορίας”, το υπέροχο αυτό έργο του Στέφανου που σκηνοθέτησε μαζί με την Νάντια Δαλκυριάδου, παίζεται για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά στο Θέατρο Άβατον. Είχα αρκετά χρόνια να παίξω παράσταση που απευθύνεται σε παιδιά πριν τον “Ηλία” και εδώ και πέντε χρόνια που παίζω στην παράσταση αυτή, που μάλιστα απευθύνεται και σε μικρότερα παιδιά, ηλικίας από 2 έως και 7 ετών, ξαναμπήκα σε αυτό το μαγικό κομμάτι του θεάτρου».
Σ.Π.: «Και το “Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας” και ο “Ηλίας, ο πρώτος γάτος χορευτής της γατοϊστορίας” είναι δύο πολύ ωραίες εμπειρίες, για τις οποίες αισθάνομαι ιδιαιτέρως περήφανος. Ενώ πολλοί συνάδελφοι υποτιμούν το θέατρο για παιδιά και εφήβους, εγώ προσωπικά το λατρεύω. Πέρα από κείμενο και σκηνοθεσία, σχεδόν από όταν ξεκίνησα το θέατρο παίζω ως ηθοποιός σε παραστάσεις είτε για παιδιά είτε για εφήβους· και το απολαμβάνω. Φέτος, ως ηθοποιός θα είμαι στο Θέατρο Λαμπέτη στο έργο του Άντι Χάμιλτον “The Exam” σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη, μια παράσταση που απευθύνεται σε έφηβους και μιλάει για όλα όσα περνάνε οι μαθητές πριν, μετά αλλά και κατά τη διάρκεια των σχολικών εξετάσεων».

Τα παιδιά πώς είναι ως κοινό; Δύσκολο; Μιλήστε μας για την εμπειρία να απευθύνεστε στα ορθάνοιχτα μάτια των ανήλικων θεατών.
Λ.Β.: «Είναι άλλη πίστα! Οι αντιδράσεις είναι αφιλτράριστες, αυθόρμητες και αμεσότατες. Βλέπεις επιτόπου αν τους αρέσει, τι τους αρέσει, με τι γελάνε, τα πάντα. Αυτό είναι ταυτόχρονα ανανεωτικό -γιατί πάντα είναι όλα πολύ ζωντανά- αλλά και δύσκολο. Είσαι πάντα αλέρτ, πάντα σε ετοιμότητα. Και είναι και μεγάλη η ευθύνη μιας και είναι πιθανό για κάποιο από τα παιδιά να είναι η πρώτη παράσταση που βλέπει».

Πόλεμοι, τεχνητή νοημοσύνη, εικονική πραγματικότητα, διαρκείς και ραγδαίες αλλαγές. Είστε νέοι καλλιτέχνες, νέοι άνθρωποι· ένα σχόλιό σας για το πώς βιώνετε ατομικά μα και επαγγελματικά τους έντονους κι ενίοτε βίαιους ρυθμούς της εποχής;
Λ.Β.: «Είμαι πολύ απαισιόδοξος για το ανθρώπινο είδος. Σε σχέση με τα δισεκατομμύρια χρόνια που υπάρχει αυτός ο πλανήτης, οι άνθρωποι υπάρχουμε ελάχιστα πάνω σε αυτόν και ήδη έχουμε καταστρέψει πολύ μεγάλο μέρος του με τη ματαιοδοξία μας και την έπαρσή μας. Έχουμε φτάσει, αντί να καλυτερεύουμε τη ζωή τη δική μας και όλου του οικοσυστήματος, να έχουμε γίνει δέσμιοι μιας απάνθρωπης ζωής, που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε. Υπάρχει πολλή πληροφορία με ελάχιστη γνώση, πολύ έντονοι ρυθμοί, πολλά που πρέπει να κάνεις, να σκεφτείς, να διαχειριστείς. Ακόμη και σαν δημιουργός οφείλεις -αν θες να δουλεύεις, να σκέφτεσαι την επόμενη δουλειά σου, πριν καν αρχίσεις να επεξεργάζεσαι την τωρινή. Ας μην μιλήσουμε για το οικονομικό κομμάτι και την ελάχιστη ενίσχυση του πολιτισμού από τους υπεύθυνους. Προσπαθούμε να μένουμε όσο γίνεται στο παρόν, να απολαμβάνουμε όσα μπορούμε, να δημιουργήσουμε, να βρίσκουμε μια ελπίδα μέσα στα τόσα άσχημα και σκληρά που βλέπουμε και ακούμε καθημερινά. Οι παραστάσεις μας για εμάς έχουν και έναν τέτοιο ρόλο».

Ας επιστρέψουμε στην ασφάλεια των γραμμάτων… Κάποιοι αγαπημένοι, επιδραστικοί συγγραφείς; Κάποια από τα αγαπημένα βιβλία;
Σ.Π.: «Επιδραστικοί συγγραφείς για μένα θα έλεγα ήταν και είναι ακόμη ο Παπαδιαμάντης, ο Θεοτόκης, ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο Βίκτωρ Ουγκό, από ποιητές σίγουρα ο Γιάννης Ρίτσος και από θεατρικούς συγγραφείς ο Σαίξπηρ, ο Ίψεν, ο Μάρτιν ΜακΝτόνα. Μερικά από τα αγαπημένα βιβλία μου είναι “Οι αόρατες πόλεις” του Ιτάλο Καλβίνο και “Το άρωμα του ονείρου” του Τομ Ρόμπινς. Οφείλω, τέλος, να πω πως τα βιβλία που έχω διαβάσει πιο πολλές φορές στη ζωή μου είναι τα Χάρι Πότερ (και τα επτά)».
Λ.Β.: «Τα πιο συναρπαστικά βιβλία που έχω διαβάσει ως τώρα, ήταν για μένα “Ο καλόγερος” του Μάθιου Λιούις και το “Αρμαντέιλ” του Ουίλκι Κόλινς. Δεν μπορούσα να τα κλείσω μέχρι να φτάσω στην τελευταία σελίδα· και αν αναλογιστείτε πως το “Αρμαντέιλ” είναι κάπου χίλιες σελίδες, καταλαβαίνετε πόσο πολύ μου άρεσε».
Να κλείσουμε με κάτι που επιθυμείτε; Με μια ευχή σας;
Λ.Β.: «Επιθυμώ να κάνω θέατρο μέχρι τα βαθιά μου γεράματα. Είναι το μόνο που θέλω από παιδί».
Σ.Π.: «Να είμαστε δίκαιοι -και όχι επιλεκτικά δίκαιοι- και να έχουμε τη δύναμη να αντιστεκόμαστε σε ό,τι μας διαφθείρει και εμποδίζει την επαγρύπνησή μας».

Ταυτότητα Παράστασης
«Το καταραμένο παιδί» του Honoré de Balzac
Θεατρική διασκευή l Απόδοση l Σκηνοθεσία: Λάζαρος Βαρτάνης – Στέφανος Παπατρέχας
Επιμέλεια σκηνικού χώρου l Σχεδιασμός φωτισμών: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη
Κοστούμια l Χειροποίητη επεξεργασία φωτογραφιών: Έλλη Εμπεδοκλή
Πρωτότυπη μουσική: Σίσσυ Βλαχογιάννη
Επιμέλεια κίνησης: Δημήτρης Τσικούρας (Τσικ)
Μουσική διδασκαλία: Πηνελόπη Σκαλκώτου
Φωτογραφίες l Trailer l Γραφιστικά: Λιλή Νταλανίκα
Βοηθός σκηνοθετών: Βασίλειος Παπαχατζής
Κατασκευή σκηνικών: Λάζαρος Βαρτάνης
Κατασκευή κοστουμιών: Πέρσα Ντόβα
Ειδικές κατασκευές: Στέφανος Παπατρέχας
Επικοινωνία παράστασης: Μαριάννα Παπάκη – Νώντας Δουζίνας
Παραγωγή: ONORIO ΑΜΚΕ
Ερμηνεύουν:
Λάζαρος Βαρτάνης
Βασιλική Γεωργικοπούλου
Θάνος Παπαθανάσης
Ιωάννα Παπακωνσταντίνου
Στέφανος Παπατρέχας
naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου