Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Η νέα εξίσωση σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο: Η Ελλάδα ενισχύθηκε, το Ισραήλ άλλαξε τις ισορροπίες και η Τουρκία έγινε «φίλη και σύμμαχος»


 Η φράση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ότι «η Τουρκία δεν είναι εχθρός της Ελλάδας, αλλά γείτονας και σύμμαχος στο ΝΑΤΟ» ήρθε σε μια στιγμή που η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται σε φάση βαθιάς αναδιάταξης. Πίσω από τον χαμηλότερο τόνο της Άγκυρας απέναντι στην Αθήνα βρίσκονται νέα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια: η ενίσχυση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, η στρατηγική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ, η αυξανόμενη αμερικανική παρουσία στην Ελλάδα και ο αναβαθμισμένος ενεργειακός ρόλος της χώρας.

Η Τουρκία εξακολουθεί να παραμένει ισχυρός περιφερειακός παίκτης, με σημαντική στρατιωτική ισχύ και γεωπολιτικό βάρος, όμως η εξίσωση στην περιοχή έχει αλλάξει. Η Αθήνα δεν αποτελεί πλέον μόνο έναν διμερή συνομιλητή της Άγκυρας, αλλά έναν παράγοντα ενταγμένο σε ένα ευρύτερο δίκτυο συνεργασιών που επηρεάζει τις ισορροπίες από την Ανατολική Μεσόγειο έως τη Μέση Ανατολή.

Η δήλωση Ερντογάν στο αμερικανικό περιοδικό Newsweek δεν σηματοδοτεί από μόνη της αλλαγή των πάγιων τουρκικών θέσεων στα ελληνοτουρκικά. Ωστόσο, αποτυπώνει την προσπάθεια της Άγκυρας να κινηθεί σε ένα νέο περιβάλλον, όπου οι σχέσεις Ελλάδας–ΗΠΑ, η προσέγγιση Αθήνας–Τελ Αβίβ και η ενεργειακή διασύνδεση της περιοχής αποτελούν πλέον κρίσιμους παράγοντες των περιφερειακών υπολογισμών.

Η ελληνική στρατιωτική αναβάθμιση άλλαξε την εξίσωση

Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες της νέας πραγματικότητας είναι η αλλαγή της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος. Η Αθήνα προχώρησε τα τελευταία χρόνια σε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων, με επίκεντρο κυρίως την Πολεμική Αεροπορία αλλά και την αναβάθμιση συνολικά των επιχειρησιακών δυνατοτήτων της χώρας.

Η απόκτηση των γαλλικών μαχητικών Rafale αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο βήμα. Η Ελλάδα παρέλαβε τα πρώτα αεροσκάφη το 2022, εντάσσοντας στο οπλοστάσιό της ένα μαχητικό πολλαπλού ρόλου με προηγμένα ηλεκτρονικά συστήματα, δυνατότητες κρούσης μεγάλης εμβέλειας και σύγχρονα όπλα. Η σημασία της προμήθειας δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό των αεροσκαφών, αλλά κυρίως στην τεχνολογική αναβάθμιση που προσφέρουν.

Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη το πρόγραμμα αναβάθμισης των ελληνικών F-16 στην έκδοση Viper. Η συγκεκριμένη εξέλιξη θεωρείται κρίσιμη, καθώς μετατρέπει τα ελληνικά μαχητικά σε πλατφόρμες με αυξημένες δυνατότητες διασύνδεσης, ανταλλαγής δεδομένων και επιχειρησιακού συντονισμού.

Το σημαντικότερο, ωστόσο, μήνυμα αφορά την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα των F-35. Η Αθήνα έχει συμφωνήσει με τις Ηνωμένες Πολιτείες την προμήθεια μαχητικών πέμπτης γενιάς, τα οποία θεωρούνται από τα πιο προηγμένα αεροσκάφη παγκοσμίως. Η απόκτηση των F-35 δεν αφορά μόνο την ενίσχυση της αεροπορικής ισχύος. Αφορά τη συμμετοχή της Ελλάδας σε ένα νέο τεχνολογικό οικοσύστημα άμυνας, όπου η συλλογή πληροφοριών, η διασύνδεση συστημάτων και η δυνατότητα επιχειρήσεων σε περιβάλλον υψηλής τεχνολογίας αποκτούν καθοριστική σημασία.

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερο βάρος σε σχέση με την Τουρκία. Η Άγκυρα είχε αρχικά συμμετάσχει στο πρόγραμμα ανάπτυξης του F-35, όμως απομακρύνθηκε μετά την απόφαση αγοράς των ρωσικών συστημάτων S-400. Η Τουρκία έκτοτε επιδιώκει την αποκατάσταση των σχέσεών της με την Ουάσιγκτον στον αμυντικό τομέα, ενώ παράλληλα επενδύει στα δικά της προγράμματα, όπως το μαχητικό KAAN και την ανάπτυξη μη επανδρωμένων συστημάτων. Ωστόσο, η Ελλάδα έχει ήδη εισέλθει στη διαδικασία απόκτησης δυνατοτήτων πέμπτης γενιάς.

Από ελληνικής πλευράς, η λογική δεν είναι η δημιουργία μιας σχέσης στρατιωτικής υπεροχής που θα οδηγήσει σε κλιμάκωση, αλλά η ενίσχυση της αποτροπής ώστε να μειωθεί η πιθανότητα μιας κρίσης.

Η αμερικανική παράμετρος και η αναβάθμιση του ελληνικού ρόλου

Η αλλαγή της ελληνικής θέσης δεν εξηγείται μόνο από τα εξοπλιστικά προγράμματα. Καθοριστικό ρόλο έχει διαδραματίσει η ενίσχυση της στρατηγικής σχέσης Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών.

Η ανανεωμένη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας διεύρυνε το πλαίσιο παρουσίας και συνεργασίας των δύο χωρών, ενώ εγκαταστάσεις όπως η βάση της Σούδας στην Κρήτη και η Αλεξανδρούπολη απέκτησαν αυξημένη σημασία.

Η Αλεξανδρούπολη ειδικότερα εξελίχθηκε σε σημαντικό κόμβο για τη μεταφορά στρατιωτικού υλικού αλλά και για την ενεργειακή διαφοροποίηση της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, ανάμεσα στα Βαλκάνια, την Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο, έχει αποκτήσει μεγαλύτερη αξία σε μια περίοδο κατά την οποία η ασφάλεια των ενεργειακών και εμπορικών διαδρομών αποτελεί βασική προτεραιότητα για τη Δύση.

Για την Τουρκία, η εξέλιξη αυτή αποτελεί έναν παράγοντα που πρέπει να συνυπολογιστεί.

Η Άγκυρα εξακολουθεί να θεωρεί τον εαυτό της αναντικατάστατο παράγοντα στην περιοχή. Ωστόσο, η Ελλάδα έχει αποκτήσει πλέον έναν ρόλο που ξεπερνά τα στενά όρια της διμερούς αντιπαράθεσης.

Ελλάδα–Ισραήλ: Η συνεργασία που μετακινεί τα δεδομένα στην Ανατολική Μεσόγειο

Η δεύτερη μεγάλη παράμετρος της νέας περιφερειακής εξίσωσης είναι η σχέση Ελλάδας και Ισραήλ.

Μια σχέση που πριν από δύο δεκαετίες δεν είχε τη σημερινή στρατηγική βαρύτητα, εξελίχθηκε σταδιακά σε έναν από τους βασικούς άξονες συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, με πεδία δράσης που εκτείνονται από την άμυνα και την τεχνολογία μέχρι την ενέργεια και την ασφάλεια.

Η συνεργασία Αθήνας και Τελ Αβίβ ενισχύθηκε ιδιαίτερα μετά το 2010, όταν η σχέση Τουρκίας–Ισραήλ άρχισε να παρουσιάζει σοβαρές ρωγμές.

Η κρίση μετά το επεισόδιο του πλοίου Mavi Marmara αποτέλεσε σημείο καμπής στις σχέσεις Άγκυρας και Τελ Αβίβ, ενώ τα επόμενα χρόνια η αντιπαράθεση εντάθηκε, ιδιαίτερα μετά τις εξελίξεις στη Γάζα.

Σήμερα, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική.

Η Τουρκία και το Ισραήλ, δύο χώρες που στο παρελθόν είχαν αναπτύξει στενή στρατιωτική και οικονομική συνεργασία, βρίσκονται σε μια περίοδο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει εξαπολύσει επανειλημμένα σφοδρές επιθέσεις κατά της ισραηλινής κυβέρνησης, κατηγορώντας την για τις επιχειρήσεις στη Γάζα και ασκώντας προσωπική κριτική στον Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Από την άλλη πλευρά, Ισραηλινοί αξιωματούχοι έχουν εκφράσει έντονη ανησυχία για τη στάση της Άγκυρας, ιδιαίτερα για τη σχέση της Τουρκίας με τη Χαμάς και για τη ρητορική του Τούρκου προέδρου.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα έχει αναδειχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους εταίρους του Ισραήλ στην Ευρώπη.

Η άμυνα, η τεχνολογία και η συνεργασία Αθήνας–Τελ Αβίβ

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της ελληνοϊσραηλινής συνεργασίας είναι το Διεθνές Κέντρο Εκπαίδευσης Πιλότων στην Καλαμάτα. Το πρόγραμμα, που υλοποιείται με τη συμμετοχή της ισραηλινής εταιρείας Elbit Systems, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αμυντικές συνεργασίες μεταξύ των δύο χωρών.

Στόχος είναι η δημιουργία ενός σύγχρονου συστήματος εκπαίδευσης Ελλήνων πιλότων, με τεχνολογία αντίστοιχη προηγμένων αεροπορικών δυνάμεων. Η σημασία του προγράμματος δεν περιορίζεται στην εκπαίδευση. Δημιουργεί έναν σταθερό μηχανισμό επιχειρησιακής συνεργασίας και τεχνολογικής διασύνδεσης ανάμεσα στις δύο χώρες.

Παράλληλα, Ελλάδα και Ισραήλ έχουν αναπτύξει στενή συνεργασία στον τομέα των κοινών ασκήσεων.

Ισραηλινές αεροπορικές δυνάμεις συμμετέχουν συχνά σε ασκήσεις στην Ελλάδα, ενώ ελληνικά μέσα έχουν βρεθεί στο Ισραήλ για εκπαιδευτικές δραστηριότητες.

Η συνεργασία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω της γεωγραφικής θέσης της Ανατολικής Μεσογείου. Η περιοχή αποτελεί σημείο συνάντησης διαφορετικών στρατηγικών συμφερόντων: της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των Ηνωμένων Πολιτειών, των χωρών της Μέσης Ανατολής και των περιφερειακών δυνάμεων. Για την Αθήνα, η σχέση με το Ισραήλ αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης πολιτικής δημιουργίας συνεργασιών. Η Ελλάδα έχει αναπτύξει παράλληλα σχέσεις με την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ, επιδιώκοντας να ενισχύσει τον ρόλο της ως παράγοντα σταθερότητας στην περιοχή.

Η ενέργεια ως γεωπολιτικό εργαλείο

Η νέα εξίσωση στην Ανατολική Μεσόγειο δεν διαμορφώνεται μόνο από τα στρατιωτικά δεδομένα. Η ενέργεια αποτελεί εξίσου σημαντικό παράγοντα. Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια επιχειρεί να εξελιχθεί σε ενεργειακό κόμβο για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η Αλεξανδρούπολη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο τερματικός σταθμός υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) εντάσσεται στην ευρωπαϊκή προσπάθεια διαφοροποίησης των πηγών ενέργειας και μείωσης της εξάρτησης από έναν περιορισμένο αριθμό προμηθευτών.

Η θέση της Ελλάδας αποκτά μεγαλύτερη σημασία λόγω της δυνατότητας σύνδεσης με τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Παράλληλα, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά σχέδια της περιοχής. Ο Great Sea Interconnector φιλοδοξεί να συνδέσει τα ηλεκτρικά δίκτυα των τριών χωρών και να ενισχύσει την ενεργειακή σύνδεση της Ανατολικής Μεσογείου με την Ευρώπη.

Για την Αθήνα, τέτοια έργα δεν έχουν μόνο οικονομική διάσταση. Έχουν και γεωπολιτική σημασία, καθώς αυξάνουν το βάρος της Ελλάδας στις συζητήσεις για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.

Για την Άγκυρα, η εξέλιξη αυτή αποτελεί μια πρόκληση. Η Τουρκία υποστηρίζει διαχρονικά ότι δεν μπορεί να σχεδιαστεί η ενεργειακή αρχιτεκτονική της Ανατολικής Μεσογείου χωρίς τη συμμετοχή της, λόγω της γεωγραφικής της θέσης.

Η ελληνική πλευρά απαντά ότι τα ενεργειακά σχέδια πρέπει να βασίζονται στο διεθνές δίκαιο και στις συμφωνίες μεταξύ των κρατών. Η διαφορά αυτή αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η Ανατολική Μεσόγειος παραμένει περιοχή ανταγωνισμού.

Η Άγκυρα και το νέο περιβάλλον: Γιατί ο τόνος αλλάζει τώρα

Η δήλωση Ερντογάν για την Ελλάδα πρέπει να εξεταστεί μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο. Δεν υπάρχει δημόσια τεκμηρίωση ότι η αλλαγή ρητορικής οφείλεται αποκλειστικά στη συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ. Ωστόσο, η μεταβολή των περιφερειακών ισορροπιών αποτελεί έναν από τους παράγοντες που εξετάζουν διπλωματικές πηγές και αναλυτές όταν αξιολογούν τη νέα στάση της Άγκυρας.

Η Τουρκία βρίσκεται σε μια περίοδο κατά την οποία επιδιώκει να διατηρήσει ανοικτούς διαύλους με πολλές πλευρές. Θέλει να παραμείνει σημαντικός παίκτης στο ΝΑΤΟ, να διατηρήσει την επιρροή της στη Μέση Ανατολή, να διαχειριστεί τις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και ταυτόχρονα να αποφύγει νέες εντάσεις που θα μπορούσαν να περιορίσουν τα περιθώρια κινήσεών της. Μια νέα κρίση με την Ελλάδα θα δυσκόλευε αυτή την προσπάθεια.

Η Αθήνα, από την πλευρά της, αντιμετωπίζει τη νέα ρητορική με προσοχή. Η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι οι δηλώσεις καλής πρόθεσης έχουν αξία μόνο όταν συνοδεύονται από συγκεκριμένες κινήσεις. Το βασικό ζητούμενο δεν είναι μόνο η αποκλιμάκωση της γλώσσας, αλλά η σταθερότητα στην πράξη.

Η δοκιμή της νέας ισορροπίας: Η Τουρκία, οι ΗΠΑ και το επόμενο κεφάλαιο στην Ανατολική Μεσόγειο

Η αλλαγή τόνου του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απέναντι στην Ελλάδα δεν μπορεί να απομονωθεί από το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον στο οποίο κινείται σήμερα η Τουρκία.

Η Άγκυρα επιχειρεί τα τελευταία χρόνια να διατηρήσει έναν δύσκολο διπλό ρόλο: από τη μία να παραμένει ένας από τους σημαντικότερους συμμάχους του ΝΑΤΟ, με ιδιαίτερη γεωστρατηγική αξία, και από την άλλη να ακολουθεί μια πιο αυτόνομη εξωτερική πολιτική, αναπτύσσοντας σχέσεις και πρωτοβουλίες που δεν ταυτίζονται πάντα με τις επιλογές της Δύσης.

Στη συνέντευξή του στο Newsweek, ο Τούρκος πρόεδρος επανέλαβε αυτή τη λογική, παρουσιάζοντας την Τουρκία ως χώρα που μπορεί να συνομιλεί με διαφορετικές πλευρές.

Αναφέρθηκε στον ρόλο της Άγκυρας ως διαμεσολαβητή σε περιφερειακές κρίσεις, υπογράμμισε τη σημασία των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και παράλληλα τόνισε ότι η Τουρκία επιδιώκει να προστατεύσει τα δικά της συμφέροντα.

Η προσέγγιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον επανεξετάζει τις ισορροπίες στην περιοχή.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να θεωρούν την Τουρκία σημαντικό σύμμαχο λόγω της γεωγραφικής της θέσης, της στρατιωτικής της ισχύος και του ρόλου της σε κρίσιμες περιοχές, όπως η Μαύρη Θάλασσα, η Μέση Ανατολή και ο Καύκασος.

Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον έχει ενισχύσει σημαντικά τη συνεργασία της με την Ελλάδα. Η αμερικανική παρουσία στη Σούδα, η σημασία της Αλεξανδρούπολης, η αμυντική συνεργασία και η συμμετοχή της Ελλάδας σε ευρύτερα δυτικά ενεργειακά και ασφαλιστικά σχέδια έχουν αυξήσει τον ρόλο της Αθήνας.

Αυτό δημιουργεί ένα νέο δεδομένο για την Τουρκία. Η Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον μόνο έναν διμερή αντίπαλο σε ζητήματα του Αιγαίου. Αποτελεί ταυτόχρονα έναν παράγοντα μέσα σε ένα ευρύτερο δίκτυο δυτικών και περιφερειακών συνεργασιών.

Η αντιπαράθεση Τουρκίας–Ισραήλ και η ελληνική θέση

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η επιδείνωση των σχέσεων Τουρκίας–Ισραήλ. Οι δύο χώρες είχαν στο παρελθόν αναπτύξει στενή συνεργασία, ιδιαίτερα στον στρατιωτικό τομέα. Η Τουρκία αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους εταίρους του Ισραήλ στον μουσουλμανικό κόσμο.

Η σημερινή εικόνα είναι διαφορετική. Η σύγκρουση στη Γάζα επιδείνωσε δραματικά τις σχέσεις, με τον Ερντογάν να χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα κατά της ισραηλινής κυβέρνησης και τον Νετανιάχου να απαντά στις τουρκικές επικρίσεις. Η αντιπαράθεση αυτή έχει ξεπεράσει το επίπεδο μιας διμερούς διαφωνίας. Έχει αποκτήσει περιφερειακή διάσταση, καθώς συνδέεται με τη θέση κάθε χώρας στη Μέση Ανατολή, τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα παρακολουθεί αυτή την εξέλιξη με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η συνεργασία της με το Ισραήλ έχει αποκτήσει στρατηγικό χαρακτήρα. Η Αθήνα δεν επιδιώκει να μετατρέψει τη σχέση με το Τελ Αβίβ σε εργαλείο αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι η ενίσχυση της ελληνοϊσραηλινής συνεργασίας αποτελεί έναν από τους παράγοντες που διαμορφώνουν το νέο περιφερειακό περιβάλλον. Για την Άγκυρα, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη σχέση Ελλάδας–Ισραήλ.

Αφορά τον φόβο ότι μπορεί να δημιουργηθεί ένα περιφερειακό σύστημα συνεργασιών στο οποίο η Τουρκία θα έχει μικρότερο ρόλο από εκείνον που επιδιώκει.

Η ελληνική στρατηγική: Διάλογος με ισχύ αποτροπής

Η ελληνική απάντηση στη νέα πραγματικότητα βασίζεται σε δύο άξονες: αποτροπή και διπλωματία. Από τη μία πλευρά, η Αθήνα έχει επενδύσει στην ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων και στη δημιουργία ισχυρών διεθνών συνεργασιών.

Από την άλλη, επιμένει στη διατήρηση διαύλων επικοινωνίας με την Τουρκία. Η λογική αυτή αποτυπώνεται και στη σημερινή εικόνα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Παρά τις σημαντικές διαφορές, Αθήνα και Άγκυρα έχουν επιδιώξει να αποφύγουν μια νέα περίοδο έντασης. Οι επαφές σε πολιτικό επίπεδο, οι μηχανισμοί διαλόγου και η προσπάθεια διαχείρισης κρίσεων αποτελούν εργαλεία που μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο ενός ατυχήματος.

Ωστόσο, η Ελλάδα εξακολουθεί να υπογραμμίζει ότι ο διάλογος δεν μπορεί να σημαίνει υποχώρηση από τις πάγιες θέσεις της. Η ελληνική θέση παραμένει ότι οι διαφορές πρέπει να αντιμετωπίζονται στη βάση του διεθνούς δικαίου και των κανόνων που διέπουν τις διεθνείς σχέσεις.

Το πραγματικό τεστ θα είναι οι πράξεις

Η δήλωση Ερντογάν για την Ελλάδα αποτελεί αναμφίβολα μια αλλαγή στον δημόσιο λόγο της Άγκυρας. Το αν αυτή η αλλαγή θα έχει μεγαλύτερη διάρκεια ή αν αποτελεί μια τακτική προσαρμογή στις διεθνείς συνθήκες, θα φανεί από τις επόμενες κινήσεις.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η Ανατολική Μεσόγειος του σήμερα δεν είναι η ίδια με εκείνη πριν από μία δεκαετία. Η Ελλάδα έχει ενισχύσει την αμυντική της θέση με νέα μέσα όπως τα Rafale και τα F-35, έχει αναβαθμίσει τη σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, έχει αναπτύξει στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ και επιχειρεί να αποκτήσει μεγαλύτερο ρόλο στην ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής.

Το Ισραήλ, την ίδια στιγμή, αποτελεί έναν σημαντικό εταίρο της Αθήνας, ενώ οι σχέσεις του με την Άγκυρα βρίσκονται σε περίοδο έντονης αντιπαράθεσης.

Η Τουρκία εξακολουθεί να αποτελεί μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη και έναν κρίσιμο παράγοντα για τη Δύση. Όμως καλείται πλέον να κινηθεί σε ένα περιβάλλον όπου η Ελλάδα έχει αυξήσει το στρατηγικό της βάρος και έχει δημιουργήσει ένα ευρύτερο δίκτυο συνεργασιών. Η ουσία της νέας περιόδου δεν βρίσκεται μόνο στις δηλώσεις. Βρίσκεται στο γεγονός ότι οι ισορροπίες έχουν αλλάξει. Και η επόμενη φάση των ελληνοτουρκικών σχέσεων θα κριθεί από το κατά πόσο η νέα γλώσσα της Άγκυρας θα μετατραπεί σε σταθερή πολιτική επιλογή ή θα παραμείνει μια προσωρινή προσαρμογή σε μια περιοχή που αλλάζει γρήγορα.

newsbeast.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου